Drupal
Άρθρα

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΑΡΑΒΙΚΟ ΚΟΣΜΟ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΙΡΑΚ

Το τελευταίο διάστημα, γίνεται συχνά λόγος για την ανάγκη φιλελευθεροποίησης του οικονομικού συστήματος του Ιράκ, σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, ευρύτερα, για την ανάγκη ενίσχυσης των κοινωνικών δυνάμεων που επιδιώκουν τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού καθεστώτος.

Τα αιτήματα αυτά παραπέμπουν ουσιαστικά στη μελέτη ορισμένων δομών της ιρακινής οικονομίας και κοινωνίας.

Η παρούσα εργασία έχει ως αντικείμενο να προσεγγίσει αυτά τα ζητήματα με τρόπο πιο συγκεκριμένο και λεπτομερειακό.

Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ούτε ότι η οικονομική φιλελευθεροποίηση και ο εκδημοκρατισμός ταυτίζονται - υπόθεση που δεν επιβεβαιώνεται υποχρεωτικά σε επίπεδο εμπειρικό -, ούτε ότι η (υποτιθέμενη) διεξαγωγή εκλογών θα είχε ως άμεση συνέπεια την εγκατάσταση ενός δημοκρατικού καθεστώτος αναφορικά με τον «πλουραλισμό», ένας όρος που έγινε ιδιαίτερα συχνός στο επίσημο πολιτικό λεξιλόγιο αρκετών αραβικών χωρών, όπως εξάλλου και ο όρος «εκπροσώπηση», αυτός δεν συνεπάγεται αναγκαστικά τη δημοκρατία ή, έστω, μια ορισμένη συμμετοχή στην εξουσία.

Για να μπορέσουμε να υπεισέλθουμε στη μελέτη γενικότερων ζητημάτων που άπτονται της σχέσης ανάμεσα στην εμπορική φιλελευθεροποίηση, την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και τις προοπτικές εκδημοκρατισμού στο Ιράκ, είναι αναγκαίο να προσπαθήσουμε να αναλύσουμε την επιρροή της οικονομικής φιλελευθεροποίησης στον ιδιωτικό τομέα και το ρόλο που ενδεχομένως διαδραματίζει ο ιδιωτικός τομέας στη λήψη αποφάσεων οικονομικής πολιτικής? τη σημασία και το κοινωνικό περιεχόμενο της τάσης προς τον πολιτικό «πλουραλισμό»? κι ακόμη, τα συνακόλουθα διακυβεύματα της εξουσιαστικής ελίτ, του ιδιωτικού τομέα καθώς και άλλων κοινωνικών δυνάμεων μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής και οικονομικής επαναδιάρθρωσης.

 

INFITAH…

 

Σε αντίθεση με τη δική μας, δυτική «κοινή λογική», οι αραβικές χώρες γενικά, παρά τις διαμάχες και τις αντιφάσεις τους, δεν επιδεικνύουν μόνον ένα υψηλό επίπεδο κοινωνικής και πολιτικής αλληλεπίδρασης καθώς και ορισμένα χαρακτηριστικά οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής φύσης,υιοθετούν επίσης μία σε μεγάλο βαθμό κοινή δημόσια και επίσημη φρασεολογία σε σχέση με τα πολιτικά πράγματα και τις οικονομικές εξελίξεις.

 

Συγκεκριμένα, το Ιράκ είναι η δεύτερη σε κοιτάσματα πετρελαίου χώρα στον κόσμο, αλλά η εθνική του οικονομία δεν παρουσιάζει πλεόνασμα. Η χώρα ακολούθησε μία στρατηγική υποκατάστασης των εισαγωγών βασισμένη στο πετρέλαιο, η οποία προσομοιάζει περισσότερο με τις στρατηγικές της Συρίας ή της Τυνησίας παρά με εκείνες των πετρελα?κών μοναρχιών του Κόλπου. Πράγματι, το Ιράκ έζησε υπό ένα δημοκρατικό καθεστώς (με την «ρεπουμπλικανική» έννοια του όρου), το οποίο, τουλάχιστον για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών ’50 και ’60, επέλεξε έναν τρόπο ανάπτυξης φαινομενικά σοσιαλιστικό. Αυτός ο οικονομικός προσανατολισμός συνεπαγόταν αγροτικές μεταρρυθμίσεις και ριζικές εθνικοποιήσεις μεγάλων βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα επέβαλλε έναν ιδιαίτερα ευρύ κρατικό έλεγχο στο εξωτερικό εμπόριο και, σε ένα μικρότερο βαθμό, στις σημαντικότερες εμπορικές συναλλαγές. Παράλληλα, η συγκεκριμένη οικονομική πολιτική ήταν ελάχιστα προσανατολισμένη προς τη Δύση και τους δυτικούς ιδιωτικούς οικονομικούς φορείς. Η οικονομική ανάπτυξη της χώρας παρέμεινε υπό την καθοδήγηση του Κράτους μέχρι τη δεκαετία του ’70. Έτσι, οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν υπέρογκα κυρίως λόγω των οικογενειακών πετρελα?κών εσόδων. Καθώς το συνάλλαγμα που συσσωρευόταν απ’ ευθείας από το εθνικό θησαυροφυλάκιο έμοιαζε άφθονο, οι δαπάνες της κυβέρνησης ήταν ιδιαίτερα υψηλές και η πολιτική των εισαγωγών ήταν σχετικά φιλελεύθερη. Οι δραστηριότητες του ιδιωτικού τομέα άρχιζαν να πληθαίνουν χάρη στην αύξηση των κυβερνητικών δαπανών και αφορούσαν ουσιαστικά τους τομείς των υπηρεσιών και της οικοδόμησης κτιρίων. Όμως, το Κράτος παρέμενε ο κυρίαρχος επενδυτής και ο δημόσιος τομέας αυξανόταν εξίσου με τον ιδιωτικό – και, μερικές φορές, σε μεγαλύτερο βαθμό.

Εντούτοις, σε κάποια στιγμή, η οποία μπορεί να τοποθετηθεί χρονικά ανάμεσα στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και στην αρχή της δεκαετίας του 1980, αυτές οι οικονομικές πρακτικές του Ιράκ γνώρισαν μία σοβαρή κρίση: η βιομηχανική βάση του δημόσιου τομέα είχε καταστεί σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τις εξωτερικές εισροές και η συμμετοχή της στις εξαγωγές της χώρας ήταν πλέον περιορισμένη. Η γεωργία είχε παραμεληθεί και οι εισαγωγές έπεφταν κατακόρυφα. Η διόγκωση του δημόσιου τομέα λόγω της πρόσληψης ενός αντιπαραγωγικού γραφειοκρατικού προσωπικού είχε εξελιχθεί σταδιακά σ’ ένα βαρύ φορτίο για τον κρατικό προϋπολογισμό και συνέβαλε σημαντικά στη συσσώρευση του εξωτερικού δανεισμού. Όταν το πετρελα?κό εισόδημα και η εξωτερική βοήθεια άρχισαν να μειώνονται από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, εκδηλώθηκαν και τα συνακόλουθα δομικά ελλείμματα αυτής της στρατηγικής οικονομικής ανάπτυξης.

 

Το Ιράκ θα αντιδράσει άμεσα στην οικονομική κρίση, γεγονός που θα το οδηγήσει στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σε μία νέα οικονομική πολιτική [ένα δεύτερο «infitah»].

Το 1987, το Ιράκ επιχειρεί μία ιδιαίτερα σημαντική στροφή προς την φιλελευθεροποίηση και τις ιδιωτικοποιήσεις. Εκτός από το Ιράκ, η Τυνησία, η Ιορδανία και η Αίγυπτος ακολουθούν πλέον τον ίδιο δρόμο. Για παράδειγμα, η Ιορδανία προσπαθεί από το 1985 να αναζωογονήσει τον ιδιωτικό της τομέα και, τέσσερα χρόνια αργότερα, υπογράφει μία συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, του οποίου ο πρωταρχικός σκοπός συνίσταται στην φιλελευθεροποίηση της πολιτικής της χώρας στον τομέα του εξωτερικού εμπορίου.

Οι συνέπειες των φιλελεύθερων μέτρων που υιοθετήθηκαν από τα προαναφερθέντα κράτη του αραβικού κόσμου, προκειμένου να ενθαρρυνθούν ουσιαστικά οι ιδιωτικές οικονομικές δραστηριότητες, είναι πραγματικά αξιόλογες.

Στο Ιράκ, η αγροτική φιλελευθεροποίηση υλοποιείται αρχικά μέσα από τη λήψη μέτρων που ενθαρρύνουν τις μεγάλης κλίμακας επενδύσεις. Λίγο αργότερα, ο αγροτικός τομέας βλέπει να διευρύνεται διαρκώς και περισσότερο το περιθώριο προσωπικής απόφασης κατά τη φάση της παραγωγής. Μάλιστα, το 1987, νομιμοποιείται η αγορά μεγάλων αγροτικών εκτάσεων από τον ιδιωτικό τομέα. Η συμμετοχή της κυβέρνησης στην ιρακινή κοινωνία πληρώνεται με τη μορφή κρατικών εκτάσεων – παρθένων ή εκχερσωμένων.

Αναφορικά με τους υπόλοιπους τομείς της εθνικής οικονομίας, τα μέτρα φιλελευθεροποίησης έρχονται λίγο αργότερα? το 1988, εφαρμόζονται σημαντικά μέτρα φιλελευθεροποίησης των ατομικών βιομηχανικών δραστηριοτήτων, του εμπορίου, των εισαγωγών καθώς και του τομέα των κατασκευών.

 

Βέβαια, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι οι ιδιωτικοποιήσεις αποτέλεσαν αναπόσπαστο στοιχείο του προγράμματος οικονομικής επανοικοδόμησης. Όμως, η αξία αυτών των ιδιωτικοποιήσεων υπήρξε περιορισμένη και δεν τέθηκε καν ζήτημα δραστικής μείωσης του δημόσιου τομέα του Ιράκ. Από την άποψη αυτή, είναι αξιοσημείωτο ότι ο δημόσιος τομέας της χώρας πούλησε στον αντίστοιχο ιδιωτικό ένα μεγάλο μέρος των κρατικών αγαθών που σχετίζονται κυρίως με μεγάλες επιχειρήσεις κατασκευής οικοδομικών υλικών.

 

Είναι χρήσιμο να προστεθεί ότι, σε αντίθεση με άλλα κράτη του αραβικού κόσμου (όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία ή η Ιορδανία), το πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης της ιρακινής οικονομίας υπήρξε ενδογενές και όχι υπαγορευμένο από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ή άλλους διεθνείς θεσμούς. Υπάρχουν πάντοτε διαφορές στο επίπεδο του ανοίγματος στην παγκόσμια οικονομία ανάμεσα στην ιρακινή οικονομία και τις οικονομίες της Αιγύπτου, της Τυνησίας ή της Ιορδανίας. Ιδιαίτερα, πέραν του πετρελα?κού τομέα, οι άμεσες εξωτερικές επενδύσεις είναι σταθερά περιορισμένες σε σχέση με άλλα κράτη του αραβικού κόσμου. Έως το 1991, το Ιράκ δεν επέτρεψε τη δημιουργία ιδιωτικών τραπεζών ούτε προέβη στο άνοιγμα ενός επίσημου Χρηματιστηρίου. Με το νόμο του 1989 για τις αραβικές επενδύσεις, το Ιράκ θέλησε να επιτρέψει την επένδυση ξένων κεφαλαίων σε μεγαλύτερη κλίμακα απ’ ό, τι στο παρελθόν. Συνεπώς, δεν μοιάζει πραγματικά απαραίτητο, στο επίπεδο της φιλελευθεροποίησης και της ιδιωτικοποίησης, και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να επιβάλλει (ή όχι) προγράμματα οικονομικής προσαρμογής.

 

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ

Το πιο αξιοσημείωτο αποτέλεσμα του δεύτερου «infitah» στο Ιράκ κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 υπήρξε η αναμφισβήτητη ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα.

Οι δραστηριότητες του ιδιωτικού τομέα γνώρισαν γενικά μια αξιόλογη πρόοδο σε σχέση με τον δημόσιο τομέα. Απέναντι σε έναν κυρίαρχο δημόσιο πετρελα?κό τομέα, η ιδιωτική οικονομία είχε πάντοτε μικρότερη σημασία. Εντούτοις, δεν έλειψαν οι προσπάθειες. Σύμφωνα με το Εμπορικό Επιμελητήριο της Βαγδάτης, το μερίδιο του ιρακινού ιδιωτικού τομέα επί του Α. Ε. Π. ανέβηκε από 18,6% το 1980 σε 33,6% το 1988. Παράλληλα, το μερίδιο των επενδύσεων έφτασε από 21,5% σε 27% του γενικού συνόλου των επενδύσεων και το αντίστοιχο μερίδιο στην αγορά βιομηχανικής εργασίας σκαρφάλωσε από 31,9% σε 45%.

Παρ’ όλα αυτά, ο ιδιωτικός τομέας παρέμενε, στη συντριπτική του πλειοψηφία, περιορισμένος, την ίδια στιγμή που ένα νέο κοινωνικό στρώμα, μία νέα αστική τάξη, που ενδιαφερόταν κυρίως για μεγάλες οικονομικές συναλλαγές, είχε ήδη κάνει την εμφάνισή της στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Αυτή η νέα αστική τάξη επιδιδόταν πρωταρχικά στο εμπόριο, συχνά στη γεωργία, σε ένα μικρότερο βαθμό στη βιομηχανία κι ορισμένες φορές, στον κλάδο των κατασκευών. Όμως, αυτό το ανερχόμενο κοινωνικό στρώμα είχε ουσιαστικά δημιουργηθεί από το ίδιο το Κράτος. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα προσφέρεται από τον κλάδο των κατασκευών, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα συνδεδεμένος και με την ιδιωτική πρωτοβουλία και με το πολιτικό καθεστώς.

Μία αυξανόμενη διαφοροποίηση στο εσωτερικό του ιδιωτικού τομέα οδηγεί σε αλλαγή των οικονομικών συμφερόντων και επιδιώξεων σε σχέση με την κυβερνητική πολιτική.

Είναι αλήθεια ότι ένα μέρος της αστικής τάξης και ιδιαίτερα τα νέα τμήματά της που διατηρούν μια στενή σχέση με το Κράτος και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν ενδιαφέρεται παρά μόνον για μία περιορισμένη οικονομική φιλελευθροποίηση. Αυτό το τμήμα της αστικής τάξης αποκαλείται συχνά «παρασιτικό».

Ακόμη, πολλοί βιομήχανοι είναι εξαιρετικά θετικοί στην εξακολούθηση της προστατευτικής πολιτικής των εθνικών βιομηχανιών σε σχέση με τον διεθνή ανταγωνισμό. Αυτή η περιορισμένης εμβέλειας φιλελευθεροποίηση παραμένει ακόμη πέραν αυτού που θα συνέβαινε εάν εφαρμόζαμε την ορθόδοξη οικονομική θεωρία: δεν μπορεί να καταργήσει κρατικές επιχορηγήσεις, να εκθέσει ιδιωτικές και δημόσιες μονάδες στον διεθνή ανταγωνισμό, να προβεί σε ευρείες ιδωτικοποιήσεις. Αυτή η διαπίστωση μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με νομισματικά πρακτορεία και με θεσμούς διεθνούς υποστήριξης, όμως δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι το ιρακινό καθεστώς παραβλέπει ή ουδετεροποιεί τα κυρίαρχα συμφέροντα του ιδιωτικού τομέα.

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ «ΠΛΟΥΡΑΛΙΣΜΟΥ»

Η διαδικασία οικονομικής φιλελευθεροποίησης επέφερε αλλαγές, οι οποίες, αν και περιορισμένης σημασίας, δεν είναι απλώς και μόνον επιφανειακές και, σίγουρα, δεν είναι ανακλητές.

Αντιθέτως, οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις είχαν μία πολύ πιο περιορισμένη αξία.

Ουσιαστικά, οποιαδήποτε κριτική έναντι του Προέδρου αναφορικά με τα προνόμιά του σε σημαντικούς τομείς όπως η ασφάλεια, η άμυνα ή η εξωτερική πολιτική, θα εθεωρείτο ως μία προσπάθεια «υπέρβασης των εσκαμμένων». Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κοινοβουλευτικές συζητήσεις περιορίζονται σε θέματα μάλλον «μη πολιτικά», διότι ο ρόλος του Κοινοβουλίου στη διαδικασία λήψης πολιτικής απόφασης είναι κεντρικός, απόρροια της ιδέας ότι το Κοινοβούλιο εκπροσωπεί το καθεστώς και ποτέ δεν αμφισβητήθηκε ως τώρα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Κόλπο στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, θα αποδειχθεί ότι το Κοινοβούλιο είναι απολύτως υποταγμένο στη βούληση του Προέδρου.

Γενικότερα, μπορούμε να διακρίνουμε τρία βασικά χαρακτηριστικά της κοινοβουλευτικής και εκλογικής συμμετοχής.

Το πρώτο έγκειται στο γεγονός ότι, στην πολιτειακή πρακτική, ο αρχηγός του Κράτους δεν λογοδοτεί για τίποτε. Διαθέτει σημαντικότατες προνομίες, ιδιαίτερα στους τομείς της εθνικής ασφάλειας και της χάραξης της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Είναι, λοιπόν, αναμφισβήτητο ότι οι ισχυρότεροι παράγοντες στη διαδικασία λήψης πολιτικής απόφασης παραμένουν εκτός του πεδίου του πολιτικού ανταγωνισμού.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό σχετίζεται με το γεγονός ότι το καθεστώς διατηρεί σταθερά ορισμένους βασικούς περιορισμούς στη δημιουργία πολιτικών κομμάτων. Έτσι, κανένα κόμμα δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ως νόμιμο από το κυρίαρχο καθεστώς, αν δεν αποδεχθεί την de facto υποταγή σε ένα ουσιαστικά μονοκομματικό πολιτικό σύστημα.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό που πρέπει να υπογραμμισθεί είναι ότι οπουδήποτε υπάρχουν ένας προνομιούχος Πρόεδρος και ένα καθεστωτικό κόμμα, αυτό το πολιτικό κόμμα δεν δρομολογεί διαδικασίες εσωτερικού εκδημοκρατισμού, αλλά χρησιμοποιείται ως ένα εργαλείο εξουσίας από τους διευθυντικούς πολιτικούς κύκλους της χώρας. Έτσι, η κυβερνητική πολιτική δύναμη δεν είναι σε θέση να αναπτυχθεί ως ένα ανεξάρτητο κέντρο εξουσίας. Συνεπώς, η λα?κή συμμετοχή δια μέσου του κυβερνητικού καθεστώτος, το οποίο θεωρητικά θα μπορούσε να αποτελέσει μία δημοκρατική εναλλακτική λύση για να δρομολογήσει έναν πολυκομματικό ανταγωνισμό, είναι στην πράξη εξαιρετικά περιορισμένη.

Ο όρος που συαντάται συχνά στον πολιτικό λόγο είναι ο όρος «πλουραλισμός» (ta ‘addudiyya)? μάλιστα, η πολιτικο – διοικητική ελίτ του Ιράκ, πριν αλλά και μετά τον πόλεμο του Κόλπου, μιλούσε ήδη για δημοκρατία και πλουραλισμό.

Γενικότερα, για δεκαετίες ολόκληρες, αρκετά καθεστώτα της ευρύτερης περιοχής χρησιμοποιούσαν τη λέξη «δημοκρατία», συνοδευόμενη συχνά από τον επιθετικό προσδιορισμό «λα?κή». Με τον τρόπο αυτό, τα πολιτικά καθεστώτα επεδίωκαν να αποδείξουν ότι ήθελαν πραγματικά να εκφράσουν τη «γενική θέληση» του λαού. Και είναι αξιοσημείωτο ότι αυτός ο αυτοχαρακτηρισμός των αυταρχικών καθεστώτων του αραβικού κόσμου ως «επαναστατικών», «εθνικών» ή «σοσιαλιστικών» ανάμεσα στις δεκαετίες του 1950 και 1970 βρήκε αρκετά πρόσφορο έδαφος όχι μόνο στο λαό, αλλά κυρίως μεταξύ των διανοουμένων. Όμως, πλέον, ο όρος «δημοκρατία» χρησιμοποιείται διαρκώς και περισσότερο από τους άραβες διανοούμενους σε συνάρτηση με την έννοια της φιλελεύθερης δημοκρατίας, δηλαδή με την έννοια μιας μορφής διακυβέρνησης, η οποία έχει ως θεμελιώδη χαρακτηριστικά το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ελευθερία οργάνωσης, την κυβερνητική ευθύνη και την αρχή της εναλλαγής των κομμάτων στην εξουσία μέσα από περιοδικές και συνταγματικά προβλεπόμενες εκλογές.

Όμως, το όποιο σχέδιο «πλουραλιστικής» αναμόρφωσης του καθεστώτος στον αραβικό κόσμο αντιστρατεύεται ουσιαστικά τα κύρια χαρακτηριστικά της φιλελεύθερης δημοκρατίας και συνεπάγεται την επιλεκτική ενσωμάτωση στις καθεστωτικές δομές συγκεκριμένων κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, ιδιαίτερα εκείνων που είναι απαραίτητα για να εξασφαλίσουν τους αναγκαίους πόρους για τη διατήρηση του Κράτους και των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων του καθεστώτος. Σε αυτή την προοπτική, ο ιδιωτικός τομέας, με τις διάφορες ομάδες που τον συναποτελούν, θα μπορούσε να επιτελέσει την πλειονότητα των απαιτούμενων οικονομικών και κοινωνικών λειτουργιών: θα παρήγαγε ένα σημαντικό πλεόνασμα και θα εγγυόταν την εισροή συναλλάγματος, θα μπορούσε μάλιστα να προσελκύσει δάνεια από το εξωτερικό πολύ πιο εύκολα από το ίδιο το Κράτος και θα επέτρεπε σε ένα τμήμα της πολιτικο – διοικητικής ελίτ να μετατρέψει σε κεφάλαιο μέρος της περιουσίας της. Ακόμη, ένα ενδεχόμενο άνοιγμα προς τις κοινωνικές δυνάμεις, όπως, για παράδειγμα, προς τους κύκλους της διανόησης, θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμο σε πολιτικό επίπεδο, αφού θα λειτουργούσε ουσιαστικά ως υποκατάστατο στη χαμένη εμπιστοσύνη των «ηττημμένων» της διαδιακασίας οικονομικής προσαρμογής.

Δεν θα πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι αυτός ο «πλουραλισμός» δεν αποτελεί παρά μία επιλεκτική προσαρμογή των δημοκρατικών αρχών. Με άλλες λέξεις, η δημοκρατία, εάν αυτή έλθει κάποτε, θα έλθει κατά τρόπο ελεγχόμενο – «με δόσεις». Η δρομολόγηση ενός τέτοιου «πλουραλιστικού» σχεδίου εκ μέρους του καθεστώτος δεν θα είχε ως στόχο τη διάχυση της εξουσίας στο κοινωνικό σώμα, αλλά αντιθέτως την παγιοποίηση, την ενίσχυση και, προφανώς, τον ψευδεπίγραφο εκσυγχρονισμό της εξουσίας και τη νομιμοποίηση ενός πολιτικού καθεστώτος οικονομικά και ιδεολογικά εξασθενημένου. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν ο ιδιωτικός τομέας, ή, ακριβέστερα, η αστική τάξη του Ιράκ, διαθέτει ένα μεγαλύτερης κλίμακας εναλλακτικό σχέδιο κι εάν είναι ικανή να επιτύχει την υλοποίησή του.

Η ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΡΡΟΗΣ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ

Είναι γενικά δύσκολο να αποτιμηθεί η επιρροή στις πολιτικές αποφάσεις αυτού του ετερόκλιτου συνόλου που ονομάζουμε «ιδιωτικό τομέα». Αυτή η πρόταση ισχύει ακόμη περισσότερο για χώρες όπως το Ιράκ, οι πολιτικές δομές του οποίου κάθε άλλο παρά προάγουν τη διαφάνεια στη διαδικασία λήψης πολιτικής απόφασης. Όμως, η ίδια η δομή του ιδιωτικού τομέα μάς επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ο τελευταίος διαδραματίζει ένα περιορισμένο ρόλο σε πολιτικό επίπεδο.

Αναλυτικότερα, ο ιδιωτικός τομέας αποτελείται από πολλά διαφορετικά υποσύνολα. Ο αριθμός των επενδυτών που επένδυσαν ένα μεγάλο κεφάλαιο και που απασχολούν έναν υπολογίσιμο αριθμό εργαζομένων, είναι μικρός. Μπορούμε βάσιμα να εκτιμήσουμε ότι τουλάχιστον μία στις δύο βιομηχανικές επιχειρήσεις λειτουργεί στηριζόμενη σε μια οικογενειακή εργατική δύναμη. Δεν υπάρχει ούτε μία ιδιωτική εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση, της οποίας η χρεωκόπηση ή το κλείσιμο θα μπορούσαν να προκαλέσουν κάποια σημαντική ζημιά στην εθνική οικονομία ή να δημιουργήσουν δυσεπίλυτα κοινωνικά προβλήματα.

Όμως, ο ιδιωτικός τομέας δεν είναι μόνον εξαιρετικά «τμηματικός»? δομικά και πολιτικά, είναι επίσης εξαιρετικά εξαρτημένος από το Κράτος. Αυτή η διαπίστωση δεν αφορά μόνον την αστική τάξη, η οποία οφείλει την κοινωνική της θέση και σχεδόν το σύνολο της περιουσίας της σε ορισμένες προνομιακές συμφωνίες με τον δημόσιο τομέα. Αν και ορισμένα μέτρα οικονομικής φιλελευθεροποίησης μείωσαν κατά το παρελθόν το βαθμό γενικής εξάρτησης του ιδιωτικού τομέα σε σχέση με το Κράτος, η ανάγκη απόκτησης επίσημων αδειών από την κομματική γραφειοκρατία για την εισαγωγή προ?όντων, τις εξαγωγές, την παραγωγή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον καθορισμό των τιμών καθώς και η εξάρτηση ενός μεγάλου μέρους των ιδιωτικών βιομηχανιών σε σχέση με τα προερχόμενα από τον δημόσιο βιομηχανικό τομέα ενδιάμεσα προ?όντα δημιουργούν αναμφισβήτητα μία μορφή «ανισομέρειας» στη σχέση ανάμεσα στον ιδιωτικό τομέα (και, ιδιαίτερα, τους βιομήχανους) και το Κράτος.

Σε ατομικό επίπεδο, οι επιχειρηματίες του ιδιωτικού τομέα είναι υποχρεωμένοι να δραστηριοποιούνται κάτω από τη «δαμόκλειο σπάθη» της δίωξης για διάφορες παρανομίες αναφορικά με τους κανονισμούς που διέπουν το ύψος των τιμών, αφαίρεση αδειών και, κυρίως, παρανομίες απορρέουσες από διαπιστωμένη φοροδιαφυγή. Είναι βέβαιο ότι η διάπραξη αδικημάτων εξασθενεί σημαντικά τη θέση των ιδιωτών επιχειρηματιών σε σχέση με τις κρατικές αρχές, αλλά ταυτόχρονα θα μπορούσε να τούς οδηγήσει μελλοντικά στην επεξεργασία αιτημάτων πολιτικού χαρακτήρα.

Το κυβερνητικό καθεστώς του Ιράκ δεν συμπεριλαμβάνει ούτε ένα μέλος προερχόμενο από το χώρο των ιδιωτικών επενδύσεων. Αντιθέτως, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι διατηρούν πάντοτε το προνόμιο να αναμειχθούν σε επιχειρήσεις ή να περιβληθούν το μανδύα του «σπόνσορα» ομίλων που έχουν ως κίνητρο το κέρδος. Όμως, κανένα ανώτερο ή ανώτατο στέλεχος του καθεστώτος δεν φθάνει στην εξουσία ως επιχειρηματίας. Βέβαια, ορισμένοι επιχειρηματίες μπορούν να αποκτήσουν σε προσωπικό επίπεδο διασυνδέσεις με το ιρακινό καθεστώς, προκειμένου να μπορέσουν να γίνουν ανάδοχοι έργων. Αλλά, η έως τώρα πρακτική αποδεικνύει ότι η πλειοψηφία των επιχειρηματιών, ακόμη και εκείνοι που είναι οικείοι και γνώριμοι του καθεστώτος, προσπαθούν να αποφεύγουν κάθε περιττή σχέση με τον κρατικό μηχανισμό. Είναι σχεδόν αδιανόητο το ιρακινό καθεστώς, το οποίο διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την παλαιο – σοσιαλιστική ρητορική του και που στηρίζεται σε μία παράδοση αντίθετη προς την αστική τάξη, να αναζητεί οικονομικά στηρίγματα μεταξύ των επιχειρηματιών. Το αυταρχικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσε?ν παραμένει ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για τις πολιτικές απαιτήσεις του ιδιωτικού τομέα – όχι τόσο λόγω της κυρίαρχης θέσης του όσο λόγω της πολιτικής του παράδοσης και της κοινωνικής του σύνθεσης.

Γενικά, φαίνεται ότι τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις της σφαίρας της ιδιωτικής οικονομίας δεν λαμβάνονται παρά μερικώς υπ’ όψιν στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής της χώρας και ότι οι προσπάθειες που συνδέονται με την όποια κίνηση προς την κατεύθυνση της οικονομικής φιλελευθεροποίησης, ανήκουν ουσιαστικά στο χώρο των προνομίων του Κράτους, στο μέτρο που η σημασία τους και το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους καθορίζονται από το πολιτικό καθεστώς. Η διαδικασία οικονομικής φιλελευθεροποίησης θα ικανοποιούσε χωρίς καμία αμφιβολία τα συμφέροντα της ιδιωτικής αστικής τάξης, αλλά είναι βέβαιο ότι οι ιδιώτες επιχειρηματίες δεν είναι σε θέση να υπαγορεύσουν τα συμφέροντά τους στο Κράτος. Όμως, σήμερα, οι ίδιες οι ανάγκες του καθεστώτος επιβάλλουν την οικονομική μεταρρύθμιση.

Ταυτόχρονα, η λήψη μέτρων ιδιωτικοποίησης και φιλελευθεροποίησης θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της καθεστωτικής ελίτ, δηλαδή της κρατικοδίαιτης αστικής τάξης. Η μείωση των οικονομικών πόρων του Κράτους και το γεγονός ότι η επαγγελματική σταδιοδρομία στο δημόσιο τομέα δεν αποτελεί πλέον το κυρίαρχο πρότυπο επαγγελματικής αποκατάστασης λόγω των διαφόρων περιοριστικών πολιτικών που οδήγησαν σε σημαντική μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλλήλων, υποχρεώνουν την κρατικοδίαιτη ελίτ του Ιράκ να αναζητεί ένα άλλο μέλλον για την ίδια και για τους διαδόχους της. Έτσι, πολλά στελέχη αυτής της καθεστωτικής ελίτ προσπαθούν να στραφούν προς τον ιδιωτικό τομέα. Καθώς κάθε προσπάθεια εκ μέρους της κρατικοδίαιτης ελίτ να προφυλαχθεί και να αναπαραχθεί ως τάξη είναι πρακτικά αδύνατη, η αμοιβαία ανταλλαγή ενός μέρους της δημόσιας εξουσίας με ένα τμήμα της ιδιωτικής εξουσίας, η οποία διασφαλίζει ουσιαστικά τη χρησιμοποίηση των μέσων παραγωγής, μπορεί να αποδειχθεί το ορθότερο και αποτελεσματικότερο μέσο για την καθεστωτική ελίτ, προκειμένου η τελευταία να εξασφαλίσει μία ακόμη υψηλότερη θέση στην κοινωνική πυραμίδα. Η επένδυση σε ιδιωτικές ή «μικτές» επιχειρήσεις ενός μέρους του κεφαλαίου που βρίσκεται στα χέρια της κρατικοδίαιτης αστικής τάξης είναι ένα μέσο υλοποίησης αυτού του κοινωνικού μετασχηματισμού και αποτελεί παράλληλα ένα κίνητρο για τον πολιτικό διευθυντικό κύκλο να ασχοληθεί συστηματικότερα με την προοπτική φιλελευθεροποίησης του οικονομικού συστήματος. Σε αυτή την περίπτωση, θα βρεθούμε μπροστά σε μία ιδιαίτερη και ιδιότυπη μορφή κοινωνικής κινητικότητας.

Στο σημείο αυτό, είναι αναγκαίο να υπογραμμισθεί ότι ένα αξιοσημείωτο μέρος του ιδιωτικού τομέα αποκτά ιδιαίτερα προνόμια χάρη στην ευνο?κή διαμεσολάβηση του Κράτους, συνάπτει συμφωνίες με την κρατικοδίαιτη αστική τάξη και ζει ουσιαστικά εις βάρος του δημόσιου τομέα. Είναι, επομένως, φυσικό το συγκεκριμένο τμήμα του ιδιωτικού τομέα να μην ενδιαφέρεται ούτε για τον εκδημοκρατισμό ούτε για τη διαφάνεια των δημοσίων υποθέσεων ούτε για την ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών. Δεν θα πρέπει, λοιπόν, να αναμένουμε το εν λόγω τμήμα του ιδιωτικού τομέα να ηγηθεί ενός δημοκρατικού και ριζοσπαστικού κινήματος στο Ιράκ.

Όμως, από τη σκοπιά της πλειοψηφίας των βιοτεχνών και των βιομηχάνων, η θέαση των οικονομικών πραγμάτων αλλάζει. Μπορούμε γενικά να παρατηρήσουμε ότι οι βιομηχανικές επενδύσεις είναι μεσομακροπρόθεσμα λιγότερο αποδοτικές απ’ ό, τι οι εμπορικές επιχειρήσεις. Ακόμη, οι βιομήχανοι, αν και μπορούν να επωφεληθούν ορισμένων υπηρεσιών του Κράτους και του δημόσιου τομέα, μοιάζουν όλο και περισσότερο απογοητευμένοι από την έλλειψη κρατικής συνέπειας, από την αδιαφάνεια των πολιτικών αποφάσεων και των αγορών και, ακόμη περισσότερο, από τη μη εφαρμογή των νόμων. Χωρίς αμφιβολία, σημαντική μερίδα του ιδιωτικού τομέα ενδιαφέρεται για τη δρομολόγηση διαδικασιών εκδημοκρατισμού του πολιτικού συστήματος, αν και δεν ασκεί πίεση για την αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος? φαίνεται ότι έχει πλέον συνειδητοποιήσει ότι μία ανάλογη πίεση θα είχε ελάχιστη επιρροή στις αποφάσεις της πολιτικο – διοικητικής ελίτ.

Συνεπώς, με ένα μέρος της ανώτερης και της ανώτατης αστικής τάξης θετικό σε μία διαδικασία εκδημοκρατισμού του καθεστώτος αλλά χωρίς ιδιαίτερη διαπραγματευτική δύναμη και με ένα άλλο τμήμα της ίδιας τάξης να διατηρεί στενές σχέσεις με το καθεστώς και να μην ενδιαφέρεται για δημοκρατικές αλλαγές, η πίεση του ιδιωτικού τομέα στο σύνολό του για τη δρομολόγηση διαδικασιών εκδημοκρατισμού παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Είναι γεγονός ότι η ελπίδα να δρομολογήσει και να εφαρμόσει η ίδια η ηγεσία του ιρακινού καθεστώτος γενναίες πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις είναι μια ελπίδα χωρίς πραγματικό αντίκρυσμα. Είναι επίσης γεγονός ότι ούτε η διοικητική ελίτ ούτε ο ιδιωτικός τομέας συνολικά δεν ωθούν τα πολιτικά πράγματα της χώρας προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού.

 

Οι προοπτικές πολιτικής φιλελευθεροποίησης πρέπει να αναζητηθούν σε άλλες κοινωνικές δυνάμεις.

Πράγματι, στο εσωτερικό της ιρακινής κοινωνίας, υπάρχουν δυνάμεις, οι οποίες επιδεικνύουν ένα απροσποίητο ενδιαφέρον για τον μελλοντικό εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος. Όμως, η ισχύς αυτών των κοινωνικών δυνάμεων εξασθενεί μπροστά στο Κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του. Είναι αναμφισβήτητο ότι στο Ιράκ παρατηρείται μία εξαιρετικά άνιση σχέση εξουσίας ανάμεσα στο Κράτος και την κοινωνία.

Η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται αν επιχειρήσουμε μια σύγκριση με άλλες χώρες του αραβικού κόσμου. Για παράδειγμα, στην Αίγυπτο, την Ιορδανία και την Τυνησία, η ελευθερία του τύπου κατοχυρώθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Αντιθέτως, στο Ιράκ, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποτελούν ένα εργαλείο απροκάλυπτης χειραγώγησης της κοινής γνώμης από το καθεστώς, ενώ τα ελάχιστα μέσα επικοινωνίας που τολμούν να αρθρώσουν έναν εναλλακτικό λόγο καταστέλλονται χωρίς δεύτερη σκέψη από τις καθεστωτικές δυνάμεις.

Εκτός από ορισμένα ΜΜΕ, μια άλλη σημαντική εστία κοινωνικής και πολιτικής αμφισβήτησης θα μπορούσαν να είναι τα συδικάτα. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν μία από τις αποτελεσματικότερες μορφές αμφισβήτησης του αυταρχικού καθεστώτος. Όμως, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η ιρακινή εξουσία φρόντισε για την έγκαιρη διάλυσή τους…

Αναφορικά με τις κοινωνικές δυνάμεις συνολικά, μπορούμε βάσιμα να παρατηρήσουμε ότι είναι διαμορφωμένο στο εσωτερικό της ιρακινής κοινωνίας ένα στρώμα με τα δικά του, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτό το κοινωνικό στρώμα είναι εφοδιασμένο με ένα αξιόλογο μορφωτικό κεφάλαιο, διαθέτει τη σχετική οικονομική άνεση που τού προσφέρει ένας ικανοποιητικός μισθός και υιοθετεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό το σύστημα αρχών και αξιών που διέπει τις δυτικές δημοκρατίες.

Όμως, θα ήταν παρακινδυμευμένο να προβλέψουμε αν αυτές οι κοινωνικές ομάδες θα θελήσουν πραγματικά να προωθήσουν αποφασιστικά την υπόθεση του εκδημοκρατισμού του καθεστώτος ή αν θα προτιμήσουν να περιορισθούν στη σταθερότητα της απασχόλησής τους και το ύψος του εισοδήματός τους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Καταρχήν, είναι βέβαια αλήθεια ότι το ιρακινό καθεστώς ασκεί έναν διαρκή και ασφυκτικό πολιτικό έλεγχο στο σύνολο της κοινωνίας και οικονομίας κι ότι δεν διστάζει να εφαρμόσει ακραία βίαιες κατασταλτικές πολιτικές, παρά τις κατά καιρούς αντίθετες και περιθωριακές φωνές που τροφοδοτούνται από έναν τυφλό αντιαμερικανισμό.

Σε σχέση με τη μάλλον φιλελεύθερου χαρακτήρα οικονομική πολιτική των μέσων της δεκαετίας του ’80, αυτή δεν επιβλήθηκε από την αστική τάξη της χώρας, αλλά από το ίδιο το Κράτος. Αντιθέτως, η νομή της πολιτικής εξουσίας δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Βέβαια, η οικονομική φιλελευθεροποίηση απαιτεί ορισμένες θεσμικές αναδιατάξεις που θα ενισχύσουν τον συμβουλευτικό ρόλο του ιδιωτικού τομέα, η συνεργασία του οποίου είναι αναγκαία για την επιτυχή έκβαση ενός τέτοιου εγχειρήματος. Οι περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές που συνοδεύουν την φιλελευθεροποίηση συνεπάγονται συχνά την αποσταθεροποίηση κάποιων αστικών και αγροτικών στρωμάτων, που αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα κατά την πρώτη περίοδο της λα?κιστικής κι αυταρχικής εξουσίας.

Εντούτοις, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η οικονομική φιλελευθεροποίηση δεν έχει ανάγκη από μία συγκεκριμένη πολιτική δομή. Μακροπρόθεσμα, ο εκδημοκρατισμός – ή, ακριβέστερα, η προοδευτική εμφάνιση ενός Κράτους του οποίου το πολιτικό σύστημα εξασφαλίζει την πολιτική πολυφωνία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία μέσα από περιοδικές και συνταγματικά προβλεπόμενες εκλογές – φαίνεται μάλλον απίθανον να δρομολογηθεί. Αντιθέτως, αυτός ο ιδιότυπος «περιορισμένος πλουραλισμός» που έχει υιοθετηθεί από αρκετά καθεστώτα της περιοχής χρησιμεύει περισσότερο στη «διατήρηση του συστήματος» παρά σε έναν πραγματικό εκδημοκρατισμό. Αυτός ο «περιορισμένος πλουραλισμός» επιτρέπει την ενσωμάτωση στις καθεστωτικές δομές νέων κοινωνικών ομάδων και έχει ως κύρια στόχευση την τόνωση της λα?κής νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας. Με αυτό τον τον τρόπο, τα αυταρχικά καθεστώτα μπορούν να εισάγουν στο κοινωνικό σώμα μία επιφανειακή και επιλεκτική «δόση εκδημοκρατισμού», χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπουν το μονοπώλιο στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Όμως, είναι πιθανόν ο «περιορισμένος πλουραλισμός» να οδηγήσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και στην εμβάθυνση της διαδικασίας εκδημοκρατισμού?οι ιστορικές εμπειρίες της Συρίας και της Αιγύπτου το αποδεικνύουν.

 

Τα πραγματικά δημοκρατικά αιτήματα προέρχονται κυρίως από ελεύθερους επαγγελματίες και από ορισμένους κύκλους διανοουμένων, οι οποίοι, κοινωνιολογικά, είναι μέλη της λεγόμενης «έμμισθης μεσαίας τάξης». Για παράδειγμα, τον Ιανουάριο του 1992, οι συγκεκριμένοι διανοούμενοι έκαναν δημόσια έκκληση για την έναρξη ενός ευρύ δημοκρατικού διαλόγου και για την ανάγκη διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών ή εκλογών μέσα από τις οποίες θα προέκυπτε μία συντακτική συνέλευση. Όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι η δημοκρατία έγινε πραγματικά το καθολικό αίτημα της ιρακινής διανόησης ούτε ότι ο δημόσιος λόγος των αράβων διανοουμένων προσδίδει πάντοτε στη δημοκρατία έναν πρωταγωνιστικό ρόλο? δυστυχώς, φαίνεται ότι πρέπει να προηγηθεί μία πραγματική εξωτερική απειλή, για να υπογραμμισθεί από την ιρακινή διανόηση το αίτημα του εκδημοκρατισμού.

Ένα άλλο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τη μελέτη της ιρακινής κοινωνίας, είναι ότι, όπως στην Αίγυπτο, την Τυνησία και την Ιορδανία, έτσι και στο Ιράκ, η απειλή μιας μαζικής λα?κής κινητοποίησης μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστικές πολιτειακές και πολιτικές αλλαγές? κάθε ελπίδα αυτο – ανανέωσης του ιρακινού καθεστώτος χωρίς το βάρος της λα?κής πίεσης θα ήταν χωρίς αμφιβολία μάταιη.

Τέλος, η οικονομική φιλελευθεροποίηση και η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα δεν συνεπάγονται υποχρεωτικά τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος. Όμως, ο εκδημοκρατισμός έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια τη γενική αύξηση των ιδιωτικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης και της ανάπτυξης του ευρύτερου ιδιωτικού τομέα. Η δημοκρατία μπορεί ακόμη να δρομολογήσει αλλαγές δομικού χαρακτήρα στο εσωτερικό του ιδιωτικού τομέα, ενισχύοντας τα λιγότερο εξαρτημένα από το Κράτος τμήματά του, τα οποία θα μπορούν βάσιμα να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμες επενδύσεις κι έτσι, να ενισχύσουν την προοπτική μιας υγιούς οικονομικής ανάπτυξης.

 

Υ. Γ.: Το παραπάνω κείμενο θα ήταν αδύνατον να ολοκληρωθεί χωρίς την ουσιαστική συμβολή δύο παλαιών συμφοιτητών, του Reto Schmid και της Marguerite Durand, οι οποίοι συνέλεξαν μεθοδικά και υπομονετικά χρήσιμα στοιχεία από τη Βιβλιοθήκη Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Γενεύης και από την Τράπεζα Πολιτικών Δεδομένων του Πανεπιστημίου της Λωζάννης. Δεν μπορώ παρά να τους ευχαριστήσω θερμά, λοιπόν.

Ελευθερία του Τύπου

Θα ήθελα πρώτα απ’ όλα, να ευχαριστήσω το ΠΑΣΟΚ για την πρόσκλησή του στην Ανανεωτική Εκσυγχρονιστική Κίνηση της Αριστεράς και κυρίως για την σημαντική πρωτοβουλία του να διοργανώσει τη σημερινή ημερίδα με αφορμή τις εξοντωτικές αγωγές του εθνικιστικού Δικτύου 21 κατά μέσων ενημέρωσης και δημοσιογράφων.

“Aπό την O.N.E. στην Oμοσπονδιακή Eυρώπη;”

ΘEΣΣAΛONIKH 28/6/00 - Eκδήλωση A.E.K. της Aριστεράς

Εκδηλώση της ΑΕΚΑ Θεσσαλονίκης, Συντονιστής Τ.Κατσαρός. μιλκήτές Γ.Πασχαλίδης, Σπύρος Δανέλης , Παναγ. Ιωακιμίδης καθηγ. και Θ. Γεωργακόπουλος

Η βομβιστική επίθεση στη Χάϊφα

Με αφορμή την βομβιστική ενέργεια στη Χάϊφα με θύματα Ισραηλινούς πολίτες ο επικεφαλής της Ανανεωτικής Εκσυγχρονιστικής Κίνησης της Αριστεράς Νίκος Μπίστης έκανε την ακόλουθη δήλωση:

ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η δράση της «17 Νοέμβρη» επί 27 χρόνια, έπαιξε αρνητικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις στον τόπο, επιβαρύνοντας το κλίμα, οξύνοντας τις αντιθέσεις και αποδυναμώνοντας τη διεθνή θέση της χώρας. ΄Όμως ο αρνητικός αυτός ρόλος δεν έγινε ποτέ καθοριστικός. Στην πραγματικότητα η δράση της «17 Ν» δεν είχε παρά δευτερεύουσα σημασία.