αεκα.gr


ΑΕΚΑ
Άρθρα

Η ανανέωση του ΠΑΣΟΚ και ο νέος μεταρρυθμισμός

Δημήτρης Γιατζόγλου Ελευθεροτυπία, 23/09/03

Το ΠΑΣΟΚ θέλει ν’ αλλάξει. Αυτή είναι η διακηρυγμένη βούληση όλων σχεδόν των κορυφαίων του στελεχών. «Ανανέωση» «ανασυγκρότηση», «μετεξέλιξη», «ανοιχτό κόμμα», «επανίδρυση των σχέσεων με την κοινωνία», είναι μερικά από τα στερεότυπα που έχουν επιστρατευθεί για να περιγράψουν το στόχο και τους τρόπους για το «νέο ΠΑΣΟΚ».

Το ΠΑΣΟΚ πρέπει ν’ αλλάξει. Αντιμετωπίζει σοβαρά ζητήματα ταυτότητας, όπως και τα άλλα κόμματα. Αντιμετωπίζει το εντεινόμενο μέσα στην κοινωνία κλίμα μιας διάχυτης απαξίωσης της πολιτικής και του κομματικού συστήματος.

Χαρακτηρίζεται πρόσθετα, από το ’96 και μετά, από μια ιδιότυπη αντίφαση: Είναι ταυτόχρονα «κυβέρνηση του εκσυγχρονισμού και (σκληρή) αντιπολίτευση στον εκσυγχρονισμό». Με αποτέλεσμα να καρκινοβατούν ή να ακυρώνονται μεταρρυθμίσεις, που απαιτούν κινητοποίηση ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων και επομένως απαιτούν το μαζικό παράγοντα έμπνευσης και σχεδιασμού, δηλαδή ένα συνεπές και αποφασισμένο μεταρρυθμιστικό κόμμα.

Μπορεί το ΠΑΣΟΚ ν’ αλλάξει; Τα όσα μέχρι σήμερα γίνονται και λέγονται δεν επιτρέπουν μια κατηγορηματική και κυρίως αισιόδοξη απάντηση. Πρώτα πρώτα ο «χρόνος» του εγχειρήματος μάλλον είναι λάθος. Η φάση αυτοκαθορισμού εντάσσεται στον εκλογικό κύκλο και αυτό συνεπάγεται όρια και καταναγκασμούς περιοριστικούς. Οι ανάγκες εκλογικής συσπείρωσης οδηγούν στον υπερτονισμό της «συνέχειας» του κόμματος, της «εμμονής στις παρακαταθήκες του ΠΑΣΟΚ» (ποιες άραγε;). Με αποτέλεσμα, στο γαϊτανάκι των διακηρύξεων και των αντιπαραθέσεων, ο κοινός παρονομαστής να είναι το σλόγκαν «στο κάτω κάτω όλοι ΠΑΣΟΚ είμαστε».

Αν το εγχείρημα «άνοιγε» αμέσως μετά την εκλογική νίκη του 2000, οι δυνατότητες θα ήταν μεγαλύτερες. Σήμερα, το πιθανότερο είναι να εξαντληθεί σε ανώδυνα μερεμετίσματα, περιορισμένο στο πλαίσιο παραλυτικών ισορροπιών.

Κυρίως όμως είναι λάθος ο εγκλωβισμός του εγχειρήματος στη λογική της αυτοαναφορικότητας. Το ΠΑΣΟΚ επιμένει να παραγνωρίζει ότι: Από τη δεκαετία του ’80, η κρίση κοινών ιδεολογικών και πολιτικών στερεοτύπων της Αριστεράς, κομμουνιστικής και σοσιαλδημοκρατικής καταγωγής, δεν επιτρέπει την ανασυγκρότηση της κάθε συνιστώσας του προοδευτικού χώρου (με όρους ταυτότητας και όχι οργανωτικού λίφτινγκ) μέσα από ασύμβατες, μοναχικές πορείες. Η κρίση, αντίθετα, επιβάλλει την πολιτική και ιδεολογική αναμόχλευση και ανασύνθεση ολόκληρης της (διάχυτης και άτυπης) κεντροαριστερής - μεταρρυθμιστικής παράταξης, ως όρο και προϋπόθεση για την ανανέωση των επιμέρους συνιστωσών. Για να ανανεωθεί το ΠΑΣΟΚ έχει ανάγκη από το «περιβάλλον» μιας ανανεωμένης, ευρύτερης και πολυφωνικής παράταξης.

Για να ανασυγκροτηθεί το ΠΑΣΟΚ είναι υποχρεωμένο να αναμετρηθεί κριτικά με δύο θεμελιώδη ζητήματα: Τον πολυσυλλεκτισμό του και τον μεταρρυθμισμό του.

Πρόσφατα («Το ΒΗΜΑ» 27.6.2003), η κ. Αννα Διαμαντοπούλου δήλωνε: «...Είμαστε (Το ΠΑΣΟΚ) εικόνα και ομοίωση της κοινωνίας μας και έχουμε απ’ όλα και είμαστε απ’ όλα...». Αν αυτή εξακολουθεί να παραμένει η κυρίαρχη αντίληψη για το χαρακτήρα του ΠΑΣΟΚ ως μαζικού, πολυσυλλεκτικού κόμματος, τα πράγματα δεν είναι αισιόδοξα ως προς την ανανέωσή του.

Διότι, ένα κόμμα όπως το ΠΑΣΟΚ, οργανικά δεμένο με την ιστορία και την πολιτική εξέλιξη της χώρας, είναι ένα υποκείμενο που συνθέτει ιστορικότητα, ιδεολογία, αξίες και όχι μια παθητική έκφραση των αντιφάσεων και των επιμέρους συμφερόντων της κοινωνίας. Δεν υφίσταται απλώς τις κοινωνικές αντιφάσεις και τα ιστορικά όρια, αλλά τις επανακαθορίζει με τη δράση του.

Το ζήτημα λοιπόν είναι όχι αν το ΠΑΣΟΚ διατρέχεται από αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν την κοινωνία. Αλλά, αν και πόσο μπορεί να επεξεργάζεται προγραμματικά τον πολυσυλλεκτισμό του, ώστε να μην εκφυλίζεται σ’ έναν ανώδυνο κεντρισμό και σ’ έναν μηχανισμό εκλογικής κατάληψης της εξουσίας.

Αν και πόσο μπορεί να συνθέτει τα επιμέρους συμφέροντα σ’ ένα πολιτικό σχέδιο με μια κυρίαρχη και σαφή πολιτική κατεύθυνση.

Ως προς αυτό, χρήσιμη είναι για την υπόθεση της ανανέωσης του ΠΑΣΟΚ μια νέα κριτική αυτογνωσία. Αυτή τη στιγμή για το ΠΑΣΟΚ ισχύει όσο ποτέ η ρήση του Ερικ Χομπσμπάουμ: «Για να δεις το μέλλον κοίτα το παρελθόν». Ας θυμηθούμε, λοιπόν, ότι και στην περίοδο ’85-’90 τέθηκε και πάλι για το ΠΑΣΟΚ ο στόχος της «αναγέννησής» του. Γιατί τότε, οι αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον επέβαλαν επιτακτικά τη ριζική αναπροσαρμογή της οικονομικής του πολιτικής και την υιοθέτηση ενός τυπικού σοσιαλδημοκρατικού μεταρρυθμισμού. Αλλά και τότε κυριάρχησε η λογική τού «είμαστε απ’ όλα». Και προκρίθηκε η διπλή γλώσσα, η αμφισημία, το καταστροφικό μίγμα λαϊκισμού, δημαγωγικών υποσχέσεων, πραγματιστικών πολιτικών.

Το ΠΑΣΟΚ πλήρωσε αυτή τη λογική με τη «μη αναγέννησή» του. Το χειρότερο είναι ότι την πλήρωσε και η χώρα, με τη μη έγκαιρη προσαρμογή της στα δεδομένα και τις τάσεις ενός νέου ιστορικού κύκλου. Και σήμερα το ΠΑΣΟΚ καλείται να επιλέξει. Ετσι ώστε να ανανεώσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στο μεταρρυθμισμό με κεντροαριστερό πρόσημο. Για μια φορά ακόμα, όμως, η επιλογή κινδυνεύει από την ασάφεια, την ατολμία, τη μετάθεση της ουσιαστικής συζήτησης για την ανασυγκρότηση της ταυτότητάς του, στο πεδίο των οργανωτικών και λειτουργικών προσαρμογών. Το κεντρικό ζήτημα είναι ο μεταρρυθμισμός του, ως σύνθετο αποτέλεσμα ενός προγραμματικού, στρατηγικού και αξιακού επανακαθαρισμού. Και εδώ ελλοχεύει και πάλι ο κίνδυνος του ετεροχρονισμού. Γιατί ο αναγκαίος νέος, συνεκτικός μεταρρυθμισμός δεν μπορεί να συγκροτηθεί στη βάση της πολιτικής αντζέντας που χαρακτήρισε τη δεκαετία του ’90.

Αυτή η ευκαιρία δεν αξιοποιήθηκε όταν έπρεπε. Η αναπαλαίωση είναι αδύνατη. Η μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ σ’ ένα συνεπές μεταρρυθμιστικό κόμμα της Κεντροαριστεράς (το μόνο ζήτημα που μας ενδιαφέρει), αν τελικά γίνει, θα πραγματοποιηθεί στη βάση της νέας πολιτικής ατζέντας, που προσδιορίζεται από το νέο ιστορικό κύκλο.

Οι ραγδαίες εξελίξεις που προκαλεί η παγκοσμιοποίηση, η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης στη βάση της σταθερής πολιτικής αντιπαράθεσης προς τη σημερινή ηγεσία των ΗΠΑ, οι απαιτήσεις μιας νέας αναπτυξιακής πρότασης πέρα από τον εξαντλημένο ορίζοντα των βασικών προσαρμογών της προηγούμενης φάσης, η κριτική ενσωμάτωση ενός νέου, αντιφατικού ριζοσπαστισμού που αναδύεται στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, είναι μερικά βασικά μοτίβα για να συγκροτηθεί το νέο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της Κεντροαριστεράς.

Ενα πρόγραμμα που εμπεριέχει και προωθεί το εκσυγχρονιστικό πρόταγμα, αλλά και το υπερβαίνει, ανιχνεύοντας βήμα βήμα τον ορίζοντα του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Ο δημόσιος, σοβαρός και ειλικρινής διάλογος γύρω από αυτά τα ζητήματα θα ήταν ίσως ένας δρόμος για την ανανέωση του ΠΑΣΟΚ και όχι μόνο.

Άνοιξε το κείμενο για εκτύπωσ

Διεκδικήσεις…

Γιώργος Καριπίδης Αγγελιοφόρος, 26/09/03

Η ΑΕΚΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Εκ μέρους της Ανανεωτικής Εκσυγχρονιστικής Κίνησης της Αριστεράς, ο Θόδωρος Τσίκας, εκπρόσωπος Τύπου και μέλος της Γραμματείας της ΑΕΚΑ, μιλώντας για τις εξελίξεις στο Κυπριακό στο ραδιοσταθμό ΕΡΑ/ΝΕΤ 105,8 (Γιώργος Γιουκάκης, Βάλια Καϊμάκη) τόνισε:

«Η ελληνική και η ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν αυτές που -σε αντίθεση με τον Ντενκτάς και την Τουρκία- ζητούσαν επιτακτικά την δυναμική παρέμβαση του ΟΗΕ με συγκεκριμένες προτάσεις και είχαν διακηρύξει ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την λύση του Κυπριακού.

ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΒΗΜΑ

«Αρχές Λειτουργίας»  της Συντονιστικής Επιτροπής και της Γραμματείας

Κείμενο-πρόταση 24 μελών της Σ.Ε. της Α.Ε.Κ.Α.

Bραδιά προβληματισμού και διασκέδασης έγινε το Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου και ώρα 7.30 στο θερινό κινηματογράφο «Όνειρο»

οδός Νάξου & Θεμιστοκλέους) του Δήμου Αγ. Ιωάννη Ρέντη. 

Θέμα:

<p" style="font-family: Verdana, Arial, Helvetica; line-height: normal;">«Το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα: Εποποιία και τραγωδία»

Προβλήθηκε η ταινία-ντοκουμέντο του δημοσιογράφου Στέλιου Κούλογλου και ακολούθησε συζήτηση με τους:

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

Σχετικά με τις εξελίξεις σε Παλαιστίνη και Ισραήλ, η Ανανεωτική Εκσυγχρονιστική Κίνηση της Αριστεράς τονίζει:

Καταδικάζουμε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τις επιθέσεις του Ισραήλ που, υπερβαίνοντας κάθε όριο νόμιμης αυτοάμυνας, προδήλως αποσκοπεί στην πλήρη αποδυνάμωση της Παλαιστινιακής Αρχής και στην πολιτική -αν όχι και φυσική- εξόντωση του Γιασέρ Αραφάτ.