αεκα.gr


ΑΕΚΑ
Άρθρα

ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΑΙ ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ;

Προσωρινή Συντονιστική Επιτροπή ΑΕΚΑ [Θεσ/νίκη] 13-4-02

Ομιλία Θανάση Γεωργακόπουλου

1) «Περισσότερες και όχι λιγότερος εκσυγχρονισμός» επιγράφεται το σχέδιο απόφασής μας. Είναι πράγματι ένας τίτλος που δίνει τη δική μας στρατηγική και πολιτική οπτική και υπονοεί με σαφήνεια τι «διαπράττουν» οι κυβερνώντες. Άλλωστε, «αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει». αφού ο τίτλος αυτός προέρχεται από την εισήγησή μου για το Ασφαλιστικό.

Όμως, αν θέλαμε να είμαστε ειλικρινέστεροι, θάπρεπε να χρησιμοποιήσουμε άλλους 2 τίτλους: ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ, ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ. Πρόκειται για τίτλους που τους αγαπώ ιδιαίτερα, αφού ήταν τίτλοι εκπομπών, στις οποίες ήμουν αρχισυντάκτης.

ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ, όχι μόνο με την έννοια της επερχόμενης ήττας που το πιθανότερο είναι νάναι συντριπτική αλλά και με την έννοια του διαφαινόμενου κλεισίματος του κύκλου του Κ. Σημίτη και μάλιστα –δυστυχώς– ενός κλεισίματος που συμβαίνει με την υπογραφή του.

ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ, με την έννοια ότι, ήδη, ο προσανατολισμός όλων είναι αυτός και σιγά – σιγά πρέπει να αρχίσει να ‘ναι κι ο δικός μας. ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ, με την έννοια ότι πρέπει ν’ αρχίσει ο προβληματισμός για το πώς δεν θα ταφεί σ’ αυτήν οριστικά κάθε αριστερή – μεταρρυθμιστική προοπτική.

2) Μπορεί αυτοί οι δύο τίτλοι να ‘ναι ειλικρινέστεροι (και ίσως επιτυχέστεροι) δε σημαίνει όμως πως μ’ αυτούς πρέπει να συνοδευτεί η απόφασή μας, αυτή τη στιγμή.

Τους επισημαίνω, όμως, για να τονίσω πως –ανεξαρτήτως του χρόνου επίσημης χρησιμοποίησής τους– σ’ αυτές τις κατευθύνσεις πρέπει να στραφεί ο προβληματισμός μας.

Όμως, να είμαστε καθαροί. Δεν τους επισημαίνω για να υποδηλώσω πως πρέπει ν’ αλλάξουμε στρατηγική και προσανατολισμό, ώστε το ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ να ‘ρθει μια ώρα αρχύτερα. Αντίθετα, νομίζω πως χρειάζεται να εμμείνουμε στη στρατηγική του τίτλου «περισσότερες και όχι λιγότερος εκσυγχρονισμός» και πως αυτή η στρατηγική είναι η καλύτερη και η ΜΟΝΗ επένδυση για την ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ.

3) Πως όμως φτάσαμε ως εδώ;

Η άνοδος Σημίτη το ’96 και η πρώτη του τετραετία έφεραν, πράγματι, ένα καινούριο αέρα στην ελληνική πολιτική. Συνοδεύτηκαν, επίσης, από την επίτευξη της εισόδου στην ΟΝΕ, την αλλαγή ρότας στα ελληνοτουρκικά και το Ελσίνκι, τη μετάβαση σε μια εποχή που άφηνε πίσω της λαϊκιστικά πρότυπα. Αν θέλουμε, όμως, να είμαστε ειλικρινείς, συνοδεύτηκε και από έναν ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΜΟ.

Εν ολίγοις, προωθήθηκαν ελάχιστες αλλαγές, παρότι, το αίτημα του εκσυγχρονισμού που ανέδειξε τον Κ. Σημίτη, αναδυόταν απ’ όλους τους πόρους της ελληνικής κοινωνίας και οι αλλαγές που έπρεπε να επιδιωχθούν ήταν κάτι παραπάνω από υπερώριμες.

Ο στόχος της εισόδου στην ΟΝΕ, που ήταν κι ένα συγκεκριμένο όραμα – εθνικός στόχος, μπορούσε να επιτευχθεί με την κινητοποίηση ενός τμήματος του πολιτικού προσωπικού, δηλαδή, όπως λέγαμε και παλιότερα «από τα πάνω». Ταυτόχρονα, βέβαια, όπως φαίνεται και τον τελευταίο καιρό, ήταν δυνατή και η δημιουργική λογιστική.

Μαζί με τον ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΜΟ είχαμε και την ανυπαρξία συγκρότησης μιας ΝΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ μεταξύ δυναμικών κοινωνικών στρωμάτων από τη μια και αδύναμων και αδικημένων κοινωνικών κατηγοριών από την άλλη. Συμμαχία στην οποία θα εντάσσονταν και μεγάλα τμήματα του «παλαιού» κοινωνικού μπλοκ, στη βάση του μεσομακροπρόθεσμου συμφέροντος και όχι του άμεσου οφέλους, όπως είχε συνηθίσει το ΠΑΣΟΚ να κάνει παλιότερα. Και η αδυναμία – ανυπαρξία συγκρότησης αυτής της νέας κοινωνικής συμμαχίας πήγαινε χέρι – χέρι με τον ελάχιστο μεταρρυθμισμό, αφού αυτή θα μπορούσε να αρθρωθεί μόνο επί του συγκεκριμένου, δηλαδή επί ενός corpus μεταρρυθμίσεων.

4) Τα πράγματα ήταν, όμως, λίγο πιο περίπλοκα τη δεύτερη τετραετία. Αν για την πρώτη κάνουμε την παραδοχή–υπόθεση εργασίας ότι ήταν οι «σιδερένιες» προτεραιότητες που επέβαλαν τα προβληματικά στοιχεία στα οποία αναφέρθηκα πριν, τώρα κάτι τέτοιο δεν ίσχυε.

Τώρα από τον ελάχιστο έπρεπε να περάσουμε στον ισχυρό μεταρρυθμισμό.

Τώρα το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα από τον προσανατολισμό αποκλειστικά το όραμα-στόχο της ΟΝΕ έπρεπε, όπως υποστηρίξαμε, «να μεταβληθεί σε συνολικό όραμα αλλαγής της κοινωνίας, σε συνεκτικό σχέδιο εφ’ όλης της ύλης μεταρρυθμίσεων, σε κίνημα διανοητικής, ηθικής, αξιακής επαναθεμελίωσης της κοινωνίας με τη συμμετοχή της».

Τώρα ένα «δεύτερο κύμα εκσυγχρονισμού» -όπως είχε και προεκλογικά εξαγγελθεί– έπρεπε αν σαρώσει τους εκατοντάδες ανερχρονισμούς της ελληνικής κοινωνίας.

Τώρα, ακριβώς επειδή ίσχυαν και ισχύουν τα προηγούμενα, το «από τα πάνω» της πρώτης τετραετίας δεν επαρκούσε. Ήταν απαραίτητη η ολόπλευρη κοινωνική κινητοποίηση και η συγκρότηση της νέας κοινωνικής συμμαχίας.

Να σημειώσω σ’ αυτό το σημείο ότι εκτός από τις δυσκολίες που υποδηλώνουν τα προβληματικά στοιχεία της πρώτης τετραετίας, τη δεύτερη υπήρχε μία πολύ σημαντική επιπλέον δυσχέρεια. Όλο όσα έπρεπε να γίνουν προσέκρουαν στο «πρόβλημα του καθρέφτη». Όλα όσα έπρεπε ν’ αλλάξουν, δηλαδή, ήταν, εν πολλοίς, δημιουργήματα του ίδιου του ΠΑΣΟΚ σε προηγούμενες περιόδους, με ότι αυτό σήμαινε και σε επίπεδο εμπεδωμένων, υλικών συμφερόντων.

5) Σήμερα, δύο χρόνια μετά την εκλογική νίκη, όχι μόνο δεν έχουν εφαρμοστεί όσα περιγράφηκαν προηγουμένως ως ευρύτερα αποδεκτοί sine qua non όροι μιας νικηφόρας μεταρρυθμιστικής πορείας αλλά, μάλλον, βλέπουμε τα ακριβώς αντίθετα να συμβαίνουν.

Δύο ήταν τα κορυφαία σημεία τον πρώτο χρόνο. Το πρώτο η μάχη των ταυτοτήτων, που θα μπορούσε να είναι καθοριστικός παράγοντας σ’ αυτό που αποκαλέσαμε «διανοητική, ηθική και αξιακή επαναθεμελίωση της κοινωνίας». Η μάχη όμως δεν δόθηκε παρά από ελάχιστους. Κυρίως, όμως, δεν δόθηκε στο προαναφερθέν φόντο, πλην ελαχίστων, με βασική δύναμη μεταξύ αυτών την ΑΕΚΑ, η οποία άλλωστε, έκανε σ’ αυτό το θέμα επιτυχημένο ντεμπούτο, χωρίς, βέβαι, αυτό ούτε κατά διάνοια να επαρκεί. Το αποτέλεσμα ήταν, τελικά, μια νίκη, χάρη, κυρίως, στην επιμονή Σημίτη, η οποία όμως ενδέχεται ν’ αποδειχθεί «πύρειος», όπως υποδηλώνει και η μετέπειτα εκπαραθύρωση Σταθόπουλου.

Το δεύτερο κορυφαίο σημείο ήταν, βέβαια το ασφαλιστικό. Τα λάθη επί της ουσίας μεγάλα και επί της διαδικασίας τραγικά και πρωτοφανή. Τα έχουμε περιγράψει εξαντλητικά. Ακόμα πιο πρωτοφανής ήταν, όμως, η ήττα την οποία υπέστη η κυβέρνηση και η οποία απεδείχθη στρατηγικού χαρακτήρα.

Επρόκειτο για σημείο καμπής. Μετά απ’ αυτό υπήρχαν μόνο δύο δρόμοι: Ή η φυγή προς τα μπρος με τη γρήγορη μετάβαση στη στρατηγική που περιγράψαμε προηγουμένως ή η άτακτη οπισθοχώρηση και η αναδίπλωση σε γνώριμα από το πασοκικό παρελθόν μονοπάτια.

Δυστυχώς επελέγη ο δεύτερος δρόμος. Όσο κι αν πρέπει για λόγους προφανούς πολιτικής τακτικής να εμφανίζουμε ότι υπάρχουν ακόμα χαραμάδες ελπίδας, αυτή είναι η αλήθεια.

Η αναδίπλωση ξεκίνησε με τα Δολιανά και το «σκληρό ροκ», συνεχίσθηκε, κατ’ ουσίαν, και με όλα όσα συνέβησαν στο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ αλλά και με την εν γένει πορεία του κυβερνητικού έργου. Η ληξιαρχική πράξη θανάτου, όμως, της πρώτης επιλογής και γάμου με τη δεύτερη ήταν νέες οι προτάσεις για το Ασφαλιστικό.

Όπως αναφέρουμε και στην εισήγηση το κυβερνητικό εκκρεμές δε σταθεροποιήθηκε σε μια θέση βαθιάς μεταρρύθμισης που να οδηγεί σε ένα νέο σύστημα. Συνεχίζει τις ταλαντώσεις του κι από τη μία άκρη, πέρυσι, του τεντώματος των ορίων του υφιστάμενου, παρηκμασμένου και υπό κατάρρευσιν συστήματος φτάσαμε φέτος στην άλλη, δηλαδή, στις σημειακές αλλαγές.

Πέραν αυτού και πέραν των επιμέρους μέτρων για τα οποία πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν, οι κυβερνητικές προτάσεις, έχουν λανθασμένη (και αντεστραμμένη) αφετηριακή οπτική για το μέγεθος του προβλήματος κι ενώ πέρυσι το συνταξιοδοτικό σύστημα εμφανιζόταν να έχει τεράστιο πρόβλημα, φέτος, αυτό μοιάζει να εξαφανίστηκε ως δια μαγείας.

‘Επειτα, η κυβέρνηση μοιάζει, πλέον, εγκλωβισμένη σε μια συζήτηση με το «κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω» για τη χρηματοδότηση. Λόγω της βαθύτερης επίγνωσης του σχετικού αδιεξόδου οι προτάσεις της κυβέρνησης επί του θέματος ουσιαστικά παραπέμπουν το θέμα σε βάθος χρόνου ενώ χρησιμοποιούν και την οικεία και «πατροπαράδοτη» μέθοδο του δανεισμού (βλ. ομόλογα) που, αν ακολουθηθεί, θα επιβαρύνει το δημόσιο χρέος

Επίσης, οι κυβερνητικές προτάσεις αφορούν τους μισούς μόνο ασφαλισμένους, αφήνοντας, μάλιστα, εκτός αλλαγών πολλά «ειδικά ταμεία» που καταναλώνουν μεγάλο μέρος των λεγόμενων «κοινωνικών πόρων».

Τέλος, οι κυβερνητικές προτάσεις δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί (κάτι που είχε ζητήσει πέρυσι ακόμα και η ΑΕΚΑ για τις δικές της προτάσεις), πράγμα που εύλογα δημιουργεί καχυποψίες όσον αφορά την αποτελεσματικότητά τους.

Μετά, λοιπόν, και απ’ αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι:

Αντί για ισχυρό μεταρρυθμισμό έχουμε ισχυρό βερμπαλισμό.

Αντί για συνολικό όραμα αλλογής έχουμε όραμα της μικρότερης δυνατής ήττας και πολλά προσωπικά οράματα για το μέλλον ενός εκάστου.

Αντί για νέα κοινωνική συμμαχία έχουμε αγωνιώδη απόπειρα αναστήλωσης του παλαιού κοινωνικού μπλοκ.

Τα προηγούμεμπορεί να οριστικοποιούνται ως εκτιμήσεις μετά τις νέες προτάσεις για το Ασφαλιστικό αλλά κατ’ ουσίαν αφορούν ολόκληρη την κυβερνητική διετία. Μόνο τίτλους να παραθέσει κανείς για τομείς της κυβερνητικής πολιτικής μπορεί να σου δημιουργηθεί κατάθλιψη. Ακόμα και στο ισχυρό χαρτί, την οικονομία, έχουν, πλέον, δημιουργηθεί ρωγμές… Πράγματι, όπως αναφέρει η εισήγηση, μόνο στο χώρο της Υγείας φαίνεται, λόγω της γνωστής νοοτροπίας Παπαδόπουλου, να προχωρούν πράγματα αλλά κι εκεί υπάρχουν προβλήματα. Και στη διαμάχη για τα ιατρεία του ΙΚ και τη μελλοντική Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και στην άλλη για τη διοίκηση των Πανεπιστημιακών νοσοκομείων η «νοοτροπία» Παπαδόπουλου δε φαίνεται να είναι η ορθή.

Η νέα μέγιστη απόδειξη για των προηγούμενων λόγων το αληθές ήρθε προχθές με όσα συνέβησαν στο Υπουργικό Συμβούλιο για το φορολογικό. Δεν είμαι σίγουρος αν οι προτάσεις της …συνονόματης Επιτροπής ήταν άριστες ή έστω οι καλύτερες δυνατές. Ξέρω, όμως, ότι η Επιτροπή λειτουργούσε με την πολιτική εντολή του «μηδενικού αθροίσματος», όσον αφορά το δημοσιονομικό αποτέλεσμα των προτάσεών της. Ξέρω, επίσης, ότι η οπτική γωνία της κριτικής Ευθυμίου – Βενιζέλου, που παρήγαγε αποτέλεσμα, μας γυρίζει χρόνια πίσω. Και ότι το φορολογικό, μαζί με το ασφαλιστικό. είναι τα κορυφαία θέματα κάθε πολιτικής ατζέντας.

Να υπενθυμίσω, απλώς, ότι το ίδιο δίδυμο πριν από λίγες μέρες σε μια άλλη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, είχε ασκήσει κριτική στις προτάσεις Γιαννίτση για την ελληνική Προεδρία στην Ε.Ε. ζητώντας αυτή να έχει ελληνοκεντρικό χαρακτήρα (!!).

Όλα όσα έχουν συμβεί ως τώρα στη δεύτερη τετραετία δεν αποδεικνύουν μόνο τις προσωρινές δυσκολίες του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, αλλά δυστυχώς, καθώς φέρουν την υπογραφή Σημίτη, αποδεικνύουν και τα όρια και τις ανεπάρκειες της ηγετικής ομάδας του εγχειρήματος.

6) Συνειδητά, δεν έχω αναφερθεί ως τώρα στο πρόβλημα του πολιτικού υποκειμένου. Για δύο λόγους Πρώτον, επειδή θεωρώ ότι και για λόγους ουσίας αλλά και για λόγους τακτικής η έμφαση πρέπει να δίνεται στο προγραμματικό περιεχόμενο της πολιτικής κι ίσως εδώ να χρειάζονταν κάποιες διορθωτικές πινελιές στην εισήγηση. Δεύτερον, επειδή και τα έχω και τα έχουμε κατά κόρου πει.

Το θέμα θα ήταν εξαντλημένο αν δεν υπήρχαν ορισμένα καινούρια στοιχεία.

Θα ‘χετε ίσως ακούσει το «ευφυολόγημα» ότι ήταν ιστορικό σφάλμα αλλά και ευτύχημα για τη χώρα πως ο Κ. Σημίτης εξελέγη Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. Η αναντιστοιχία του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος με το πολιτικό υποκείμενο που το «υποβάσταζε» ήταν καταφανής την πρώτη τετραετία. Το ΠΑΣΟΚ είτε αντιδρούσε είτε –στην καλύτερη περίπτωση- στήριζε ανόρεχτα την ακολουθούμενη πολιτική.

Με δεδομένο αυτό που έχουμε αποκαλέσει «πρόβλημα του καθρέφτη», το πρόβλημα θα ήταν μεγαλύτερο τη δεύτερη τετραετία. Αν ήταν να ακολουθηθεί ο πρώτος δρόμος –του ισχυρού μεταρρυθμισμού– που λέγαμε πριν, η ανάγκη να αντιστοιχηθεί το πολιτικό υποκείμενο με το εγχείρημα γινόταν μεγαλύτερη. Με όσα, βέβαια, συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό είναι μεγάλη η πιθανότητα να αντιστοιχηθεί το εγχείρημα με το υποκείμενο(!!).

Ως προοπτική (καλής) αντιστοίχησης εισήχθη ξανά στο πολιτικό λεξιλόγιο το ’96 από τον Κ. Σημίτη η Κεντροαριστερά. Και όπως ήταν φυσικό -ο στόχος κατανοήθηκε- και η Κεντροαριστερά συνδέθηκε άρρηκτα με το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα και με την κοινωνική ανάταση και τη δυναμική που το συνόδευαν.

Έκτοτε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι και η Κεντροαριστερά έμεινε λόγος εκφωνηθείς αλλά μη υλοποιηθείς. Πολλοί οι λόγοι: η άρνηση του βασικού αποδέκτη, οι άλλες προτεραιότητες (που έχουν πριν αναπτυχθεί), ο συντηρητισμός όσον αφορά το πολιτικό σύστημα κα οδήγησαν την Κεντροαριστερά να μείνει γράμμα κενό.

Όμως η Κεντροαριστερά επανήλθε «δριμύτερη» στο πολιτικό λεξιλόγιο τον τελευταίο καιρό. Αλλά αν το ’96 ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα το ερώτημα είναι ποιος είναι τώρα ο προγραμματικός και οραματικός της ορίζοντας; Είναι πολλά τα στοιχεία που σε κάνουν επιφυλακτικό. Η επιμονή του Γραμματέα της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ για διασύνδεσή της με το «σκληρό ροκ», η εμμονή του ν’ απευθύνει την πρόταση και προς το ΚΚΕ και το ΔΗΚΚΙ, διάφορες σκέψεις για τις δημοτικές εκλογές κ.ά. είναι μερικά τέτοια στοιχεία. Το κυριότερο όμως, είναι ότι η επανεκφώνηση της Κεντροαριστεράς συμβαίνει ταυτόχρονα με την προγραμματική αναδίπλωση που σημειώνεται σε μια σειρά από κρίσιμους τομείς. Η «αντιστοίχηση» υποκειμένου και εγχειρήματος που υποδηλώνεται έτσι με την εκφώνηση της Κεντροαριστεράς τείνει σταθερά να αφορά ένα άλλο εγχείρημα από το εκσυγχρονιστικό. Και σ’ αυτό το άλλο εγχείρημα ταιριάζει περισσότερο, βέβαια, ν’ απευθύνεται η πρόταση και προς ΚΚΕ και ΔΗΚΚΙ

Είναι, δηλαδή μια «Κεντροαριστερά χωρίς μεταρρυθμίσεις» για να παραφράσουμε την διατύπωση του Γ. Βούλγαρη «ριζοσπαστισμός χωρίς μεταρρυθμίσεις», όσον αφορά την πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ.

Μήπως, λοιπόν, με βάση τα προηγούμενα η πρόταση πρέπει να απορριφθεί; Προφανώς και όχι και σας καλώ να θυμηθείτε όσα εισαγωγικά έχουν ειπωθεί. Και, επιπλέον, ότι όσα περιγραφικά λέγονται για την Κεντροαριστερά από τον Γραμματέα της Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ, είναι εξαιρετικά. Από κει και πέρα αρχίζει το πρόβλημα.

Απλώς, η αποδοχή της πρότασης -από την πλευρά μας- πρέπει να συνοδεύεται από έναν ισομεγέθη αστερίσκο. Και ο αστερίσκος είναι ο τίτλος της σημερινής εισήγησης. Εμείς θέλουμε Κεντροαριστερά για περισσότερο και όχι για λιγότερο εκσυγχρονισμό…

7) Θα κλείσω επιστρέφοντας στην αρχή αυτής της παρέμβασης, δηλαδή στο ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ και την ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ, αλλά φωτίζοντάς τις κατ’ αρχήν από μια προσωπική οπτική και κατά δεύτερον από μια συλλογική (εννοώ την ΑΕΚΑ).

Προσωπικά, την περίοδο αυτή -βιώνοντας το ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ- βρίσκομαι σε μια φάση προβληματισμού, περίσκεψης έως και αναχωρητισμού. Το ’95, στον Συνασπισμό, κάποιοι εκ των τότε «προερχομένων από το Ριζοσπαστικό Φόρουμ» που λειτουργούσαμε ως συλλογικότητα, είχαμε –αφού επισημάναμε τη «μετάλλαξη» του Συνασπισμού– αποσυρθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, μη συμμετέχοντας στις συνεδριάσεις της Κ.Π.Ε. Επανέκαμψα και επανακάμψαμε αμέσως μετά την εκλογή του Κ. Σημίτη στην πρωθυπουργία. Τα υπόλοιπα τα γνωρίζετε.

Τούτων δοθέντων αντιλαμβάνεστε πως βιώνεται η αίσθηση ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ και τι σκέψεις δημιουργεί.

Συλλογικά, ανεξαρτήτως του απολογισμού στον οποίο αναφέρθηκε και η εισήγηση είναι, πλέον, σαφές πως η ΑΕΚΑ δρά στο πλαίσιο ενός ΕΤΕΡΟΧΡΟΝΙΣΜΟΥ. Η ΑΕΚΑ δε δημιουργήθηκε το ’96, οπότε ήμασταν λίγοι όσοι/ες ως τάση εντός ΣΥΝ πρεσβεύαμε περίπου όσα σήμερα λέμε. Δημιουργήθηκε, ως τάση του ΣΥΝ πολύ αργότερα, το ’99 και ως Πολιτική Κίνηση εκτός ΣΥΝ το 2000. Έτσι, όπως είπε και ο Νίκος δρούμε τη δεύτερη τετραετία, με ότι αυτό σημαίνει και ειπώθηκαν πολλά νωρίτερα. Και δρούμε πια όχι στην εποχή της ανόδου και της αισιοδοξίας αλλά σ’ ένα πλαίσιο ΤΕΛΟΥΣ ΕΠΟΧΗΣ. Γι’ αυτό αναφέρθηκα πριν σε ετεροχρονισμό

Αυτός ο ετεροχρονισμός, όμως, υποδηλώνει πολλά και για την ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ. Υποδηλώνει ότι η πορεία από το ’96 έχει δημιουργήσει κεκτημένα και έχει πληθύνει τους πολίτες που αναγνωρίζονται στις ιδέες του εκσυγχρονισμού και του αριστερού μεταρρυθμισμού.

Το ζήτημα, λοιπόν, για την ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ είναι πως θα συνεκφρασθούν αυτοί οι πολίτες.

Το πρώτο επίπεδο είναι η ΑΕΚΑ. Ενώ συμφωνώ 100% με τα στοιχεία πολιτικού απολογισμού που ανέφερε ο Νίκος, η ΑΕΚΑ ως τώρα, κατ’ ουσίαν, δεν επιδίωξε να μεγεθυνθεί και να έχει συλλογικές λειτουργίες. Κλασικό παράδειγμα η Συνδιάσκεψη που πέρυσι αποφασίσαμε ότι θα κάνουμε το φθινόπωρο του 2001 κι όχι μόνο ποτέ δεν κάναμε αλλ’ ούτε καν συζητήσαμε σε επίπεδο Γραμματείας.

Το δεύτερο, είναι οι «πρωτοβάθμιοι συγγενείς»: Μειοψηφία του ΣΥΝ, Πρωτοβουλία, Φόρουμ κ.ά. Δεν έχουμε κάνει όσα πρέπει ώστε αυτό που έχουμε πει για «νέο φορέα» να γίνει πράξη, με τα όποια ενδιάμεσα βήματα κριθούν απαραίτητα ή αποδειχθούν αναγκαία.

Το τρίτο επίπεδο είναι οι «ευρύτεροι συγγενείς». Ούτε σ’ αυτό το επίπεδο κάναμε σπουδαία πράγματα. Αναφέρθηκε στο όλο θέμα ο Γ. Πασχαλίδης. Και το παράδειγμα της Θεσσαλονίκης πρέπει να μεταφερθεί και αλλού με πρωτοβουλία μας.

Η παρέμβαση και στα τρία αυτά επίπεδα μπορεί να μετατρέψει τον ΕΤΕΡΟΧΡΟΝΙΣΜΟ από μειονέκτημα σε πλεονέκτημα, κάνοντας λιγότερο «μαύρη» την ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ.

Σε άλλη περίπτωση το ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ θα αφορά και εμάς.

 

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

Σχετικά με τις εξελίξεις σε Παλαιστίνη και Ισραήλ, η Ανανεωτική Εκσυγχρονιστική Κίνηση της Αριστεράς τονίζει:

Καταδικάζουμε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τις επιθέσεις του Ισραήλ που, υπερβαίνοντας κάθε όριο νόμιμης αυτοάμυνας, προδήλως αποσκοπεί στην πλήρη αποδυνάμωση της Παλαιστινιακής Αρχής και στην πολιτική -αν όχι και φυσική- εξόντωση του Γιασέρ Αραφάτ.

Η 17Ν και η αριστερά.

TA NEA, 16/8/2002

Κανείς, με τα σωστά του, δεν μπορεί να φορτώσει στην αριστερά και στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα τα εγκλήματα αυτών που σφετερίστηκαν τα σύμβολά τους. Και όμως, πολλοί εκπρόσωποι της αριστεράς μοιάζουν να απολογούνται όπου βρεθούν. Είναι σφάλμα. Οποιος απολογείται αυτοκατηγορείται λένε οι Γάλλοι.

“Aπό την O.N.E. στην Oμοσπονδιακή Eυρώπη;”

Εκδηλώση της ΑΕΚΑ Θεσσαλονίκης, Συντονιστής Τ.Κατσαρός. μιλκήτές Γ.Πασχαλίδης, Σπύρος Δανέλης , Παναγ. Ιωακιμίδης καθηγ. και Θ. Γεωργακόπουλος

OMIΛIA Θανάση Γεωργακόπουλου

(Δημοσιογράφος/Γραμματεία A.E.K. της Aριστεράς)

ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η δράση της «17 Νοέμβρη» επί 27 χρόνια, έπαιξε αρνητικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις στον τόπο, επιβαρύνοντας το κλίμα, οξύνοντας τις αντιθέσεις και αποδυναμώνοντας τη διεθνή θέση της χώρας. ΄Όμως ο αρνητικός αυτός ρόλος δεν έγινε ποτέ καθοριστικός. Στην πραγματικότητα η δράση της «17 Ν» δεν είχε παρά δευτερεύουσα σημασία.

Κεντροαριστερά χωρίς μεταρρυθμίσεις;

Η Κεντροαριστερά μπήκε ξανά στο πολιτικό λεξιλόγιο του '96 μετά την εκλογή τού Κ. Σημίτη. Ήταν έτσι φυσικό να συνδεθεί άρρηκτα με το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα και με την κοινωνική ανάταση και δυναμική που το συνόδευαν.