Drupal
Άρθρα

Η δουλειά , στο εργοστάσιο, σε ταινία

του Πιέτρο Ινγκράο

Γιατί «Οι ανθρώπινοι πόροι», αυτή η κινηματογραφική ταινία που πρόκειται να προβληθεί στις ιταλικές κινηματογραφικές αίθουσες, είναι ένα έργο που κατά κάποιο τρόπο ξεπερνά την αξία της σεναριακής του δομής;

Θα απαντήσω° γιατί είναι μιά ταινία που μας οδηγεί μέσα στο Γεγονός ( με το γάμμα κεφαλαίο).

Μας οδηγεί μέσα στο βιομηχανικό εργοστάσιο του Χιλιαεννιακόσα, στον τόπο όπου πραγματοποιήθηκε στον αιώνα μιά καταπληκτική αλλαγή των ανθρωπίνων σχέσεων, με τις τεράστιες διασυνδέσεις που είχε μετά, αυτή η αλλαγή, με τα αιματηρά και πολεμικά γεγονότα του Χιλιαεννιακόσα.

Η ταινία δεν είναι τίποτε το καταπληκτικό στους γλωσσικούς του τρόπους και τους διηγηματικούς του ρυθμούς. Είναι θα λέγαμε στα πλαίσια της ταινιογραφίας όχι τόσο του «ρεαλισμού» όσο του «βερισμού».Και από αυτή τη σκοπιά μπορεί να φανεί σαν ένα έργο πολύ απλό στους διηγηματικούς του ρυθμούς και στην κόψη των εικόνων του. Ακόμα και στη σχέση μεταξύ εικόνων και διαλόγων η ταινία δεν παρουσιάζει κανένα φτερούγισμα επινοητικότητας: δεν επαφύεται σε πετάγματα.

Kαι κατα κάποιο τρόπο τα πρόσωπα είναι μέσα στα πλαίσια μιάς «κανονικής» ψυχολογίας ( γιά να χρησιμοποιήσουμε μιά λέξη του πολιτικού αλφαβητάριου που είναι του συρμού στην Ιταλία).

Που και γιατί όμως η ταινία σε πιάνει από το λαιμό; Γιατί η ταινία εστιάζεται σε ένα τόπο που ορίζει , ονομάζει τους καιρούς μας: τα πάθη, η συνάντηση και η σύγκρουση των πρωταγωνιστών διακλαδώνονται μέσα στους χώρους τις μορφές και τις τύχες του βιομηχανικού εργοστασίου του χιλιαεννιακόσα, αυτή η μετέλιξη που ξεχύθηκε το Χιλιαεννιακόσα και καθόρισε τις τάξεις, τις εξουσίες, τους γεωγραφικούς χώρους και τα αλφαβητάρια.

Κατά προσέγγιση ο κινηματογράφος έχει μιά ζωή επάνω από εκατό χρόνια. Και πλυμμήρησε τη ζωή μας, και τελευταία διεισδύοντας στην επιδρομική συγχρονικότητα της Τηλεόρασης που με τις ατέλειωτες ταινίες της δεν σταματά ποτέ. Πόσα και πόσα παραμύθια και περιπέτειες και ρομάντσα μας διηγείται εκείνη η ταινία που φθάνει σήμερα, ακόμη, και στην έρημο και επάνω στην μανία εισβολής της χώνει τη μύτης ακόμη και στις φωλιές των φιδιών ή στις αόρατες φωλιές δεν ξέρω ποιών πουλιών. Όμως μέχρις ένα ορισμένο σημείο, μέχρις ένα όριο.

«Ανθρώπινοι πόροι» ξεπερνά αδιάντροπα εκείνο το όριο και μας παρασύρει μέσα στα άδυτα του σύγχρονου εργοστασίου και τις ανθρώπινες σχέσεις ( και χρήση των πόρων) που εκεί πραγματοποιούνται σχετικά με τις 35 ώρες. Και θα ήθελα να υπογραμμίσω: η πιθανή εφαρμογή των 35 ωρών και οι πιθανές εξελίξεις τους δεν εξετάζεται σε βάθος στην ταινία. Το στοιχείο που εντυπωσιάζει είναι που επωμίζεται, που δείχνει ουσιαστικά το βιομηχανικό πανόραμα και τις κινήσεις και τις πράξεις ανθρώπινων όντων μέσα σε εκείνη την υλική δομή, σε εκείνο το σταυροδρόμι μηχανών και μηχανικών γνώσεων, και τμήματα και περικοπές ανθρωπίνων ενεργειών.

Δεν είναι αλήθεια ότι αυτό το είχαμε δεί ήδη. Βέβαια : μπορεί κανείς να θυμηθεί το αθάνατο « Συγχρονοι καιροί» του Τσάπλιν, αλλά εκείνο είταν ένα παράδοξο αστραποβόλημα ενός δαιμονίου πνεύματος που έμεινε μοναχικό διαμάντι.. Ακόμη και το μαγευτικό έργο του Πέτρι « η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο», είταν στο έξω από το εργοστάσιο στον χρόνο μετά το χρόνο του εργοστασίου παρά σε εκείνο το χωρο: σ ε έκείνο τον τόπο. Και κάτι το παρόμοιο μπορεί να είπει κανείς ακόμη και γιά το «Φοουλ μοντυ» η για το «Ριφφ-Ραφφ» ( πάντοτε εκείνοι οι παράξενοι άγγλοι), όπου πάντα το συμβάν έμενε έξω από τον τόπο των μηχανών, έξω από το από τους καθεδρικούς ναούς της παραγωγής του Χιλιαεννιακόσα.

Και πράγματι γιά μένα οι πιό συγκινησιακές στιγμές της ταινίας είναι πρώτα απ’όλα εκείνες οι «εσωτερικές» του εργοστασίου εκείνο το τοπίο – ούτε πολύ επεξεργασμένο – όπου όμως εντελώς απογυμνωμένα ανακατεύονται και αδελφώνονται οι μηχανές που σκιαγραφούν και καθορίζουν το περιβάλλον και εκείνη η διάσπαρτη και ποκίλη ανθρωπότητα, τόσο (ακόμα) αναγκαία και τόσο (τουλάχιστο φυσικά) υποδιαίστερη, που ενεργεί μαζί και στην υπηρεσία των μηχανών. Με λίγες κουβέντες εκείνες οι εικόνες του καθεδρικού ναού της παραγωγής ( φαινομενικά και αρκετά βρώμικη) και εκείνες οι παρουσίες ανθρώπινων ματιών ή κεφαλιών ή χεριών υποταγμένες στον παραγωγικό πυρετό.

Θυμάστε το ερώτημα που εβαζε ο Γκραμσι: αν το μυαλό αυτών των ανθρωπίνων όντων, σε τέτοιο βαθμό δεσμευμένων, μπορεί να σκεφθεί και γιά λογαριασμό τους, πέρα και έξω από την από την ενέργεια που πραγματοποιούν σε συνδιασμό με την μηχανή…..Τέλος πάντων το πρόβλημα της τύχης «των ανθρωπίνων πόρων» που με τόση διαύγεια ανακαλειται στον τίτλο της ίδιας ταινίας του Λωράν Κωτέ.

Kάτω από αυτή την έννοια, και κατα κάποιο τρόπο λίγο περίεργα, το πιό ολοκληρωμένο εκφραστικά πρόσωπο της ταινίας είναι η φιγούρα του εργάτη πατέρα πονεμένο σύμπλεγμα καταπνιγμένης έφεσης δημιουργικο-τεχνικής έφεσης που εκφράζεται μόνο στην «ιδιωτική του ζωή» ( στη δική του δουλειά στο υπόγειο εργαστήρι στο σπίτι του) και η άρνηση να εξεργεθεί στην επιχείρηση, όταν αυτή ανακοινώνει τις απωλύσεις και ξεσπάει η εργατική εξέργεση: πονεμένη φιγούρα, εκείνος ο πατέρας, της μεγάλης μετάβασης που πραγματοποιήθηκε στον αιώνα και των καταρεύσεων, νοσταλγιών, αναστάσεων που ξετυλίχθηκαν στην πολιτικο-κοινωνική ιστορία της τάξης.

Kαι με αυτή την έννοια η ταινία, τουλάχιστο γιά εμένα, φαίνεται να επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι σε εμάς είναι ακόμη πιό εύκολο να δίνουμε λογαριασμό στις «νοσταλγίες» μας και στα ενδιαφέροντα που συνόδευσαν την μεγάλη τεχνολογική μετάβαση παρά στις σκέψεις και στα πάθη των καινούργιων εργατών πρωταγωνιστών στην ώριμη εποχή της ευέλικτης εργασίας.

Και πράγματι στην ταινία ο ίδιος αγώνας της “καινούργιας τάξης”, όταν ανακαλύπτει το σχέδιο του αφεντικού, είταν μόνο ένα σπινθηροβόλημα: περιγράφει το υλικό ξέσπασμα της εξέργερσης, με μιά αποτελεσματική χρήση του μονταζ ( εδώ, ναι, σύμφωνα με τα πιό γνωστά κλασσικά παραδείγματα). Κατά πάσα πιθανότητα εγώ τείνω να ευνοώ περισσότερο εκείνο που βλέπω μέσα στους τοίχους του εργοστασίου και όχι το μεγάλωμα , “εξω απο το εργοστάσιο” του εργατικού ξεσηκωμού. Εκτός βέβαια από την αναλαμπή, στην ταινία, ενός γυμνού αστικού τοπίου που αναπαράγει μιά γυμνή όψη περιφερειών χωρίς ήχους, χωρίς λέξεις μόνο σαν μιά απλή συνοδεία του εργατικού βιομηχανικού γεγονότος. Ένα τοπίο κατά κάποιο τρόπο σιωπηλά, “ αντικειμενικά” τακτοποιημένο σύμφωνα με τους δεσμούς του με τον κυρίαρχο τόπο της παραγωγής. Κατα κάποιο τρόπο γιά εμένα ακόμα και τα διάφορα πρόσωπα που κάμνουν κόμπο, πυρήνα, στην ταινία υποχωρούν, ακριβώς, στο γεγονός: στην μετάλαξη του παραγωγικού προτύπου, που δημιουργεί μιά καινουργια ιστορική εποχή, και τακτοποιεί , διατάσσει ( ή τείνει να τακτοποιήσει και να διατάξει) τον υλικό και ανθρώπινο περίγυρω σύμφωνα με τους νόμους του.

Αναφέρθηκα στην κινηματογραφική γλώσσα που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης: βερισμός παρά ρεαλισμός. Ακόμα και η χρήση της κινηματογραφικής μηχανής δεν εκτίθεται σε τολμήματα: επόμενα είναι αρκετά μακριά είτε από την εφευρετικότητα στο μοντάζ των σοβιετικών δασκάλων είτε από το παραμυθιακό φόρτισμα του Κεν Λότς, γιά να μην μιλήσουμε γιά τις σουρρεαλιστικές εξάρσεις μιάς ταινίας σαν « Σε μας η ελευθερία» του Κλαίρ, ή «Θαύμα στο Μιλάνο» του Ντε Σίκα και Ζαβατίνι.

Παρ’όλα αυτά, σκεπτόμενοι καλά, οι ταινίες αυτών των καταπληκτικών και μακρινών δασκάλων, που αναμετρήθηκαν με το πρόβλημα της δουλειάς στην νεότερη εποχή, μας κρατούσαν εκτός των τοιχών του εργοστασίου του χιλιαεννιακόσα. Ο γάλλος Λώραν Κωτέ χώνει τη μύτη του μέσα..

Ο Γαβριήλ Πόλο, όταν παρουσίασε την ταινία στο περιοδικό Αλίας , θύμισε το τέλος του : όταν ένας φίλος εργάτης , χαιρετόντας τον πρωταγωνιστή που γυρίζει στις σπουδές του, στην «θέση του», ακούει να του απαντάει «αυτός που εκπαιδεύονταν» : « Και εσύ έχεις μιά θέση;».

Eίναι απάντηση που μας οδηγεί, κατά κάποιο τρόπο, πέρα από τα γεγονότα που περιγράφει η ταινία: όταν πιά η ήττα έχει πραγματοποιηθεί και πλέουμε αρμενίζοντας με ξανοιγμένα όλα τα πανιά στην ιστορική εποχή της «ελαστικότητας», όπου ακόμη και τα υλικά σύνορα του εργοστασίου ρευστοποιούνται σε διαστάσεις υδρογείου σφαίρας: εκείνα τα υλικά τείχη στο εργοστάσιο του Μιραφιόρι του Τορίνο (FIAT), μας φαινόνταν τεράστια εδώ και καιρό- ή στα αλήθεια είταν μιά άλλη εποχή -, φαίνεται ότι έγιναν πιό μαλακά και ρευστοποιήθηκαν σε επίπεδο ηπείρου. Γι’ αυτό ευχαριστώ τον Κωτέ που μας φέρνει στην επιφάνεια αυτές τι σκέψεις.

 

Τρομοκρατία και λαϊκισμός

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΙΠΙΔΗΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 01/08/2002

Η συνέντευξη του πρωθυπουργού

Σχολιάζοντας τη συνέντευξη του πρωθυπουργού κ. Σημίτη στο ραδιοσταθμό ΕΡΑ/ΝΕΤ 105,8 (Γιώργος Γιουκάκης) ο επικεφαλής της Ανανεωτικής Εκσυγχρονιστικής Κίνησης της Αριστεράς Νίκος Μπίστης μεταξύ άλλων είπε:

Ανανεωτική Εκσυγχρονιστική Κίνηση της Αριστεράς 10/01/2001

Με αφορμή τις σημερινές εξελίξεις γύρω από το θέμα των βλημάτων από απεμπλουτισμένο ουράνιο, η Ανανεωτική Εκσυγχρονιστική Κίνηση της Αριστεράς τονίζει:

Αυτοκρατορικό σύνδρομο

Αντίθεση στην ομάδα Μπους και όχι τυφλός αντιαμερικανισμός

ΤΑ ΝΕΑ, 26/09/2002