Drupal
Άρθρα

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ

του Μάνου Σταυρουλάκη

Η επικοινωνία συνιστά χωρίς αμφιβολία έναν από τους κεντρικότερους μηχανισμούς της σύγχρονης δημοκρατίας, διότι βρίσκεται στο επίκεντρο του ιδιόμορφου και νευραλγικού ιστού ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα και το κοινωνικό του περιβάλλον. Ιδιαίτερα σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά σε μία πρωτόφαντη ανάπτυξη της τηλεόρασης που τείνει να καταστήσει την δημοκρατική αντιπροσώπευση σε μία ακόμη μορφή θεάματος: Το θέαμα μιας σοβαρής κρίσης, η οποία σοβεί στο εσωτερικό των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Πιο συγκεκριμένα, απέναντι σε αυτό το πολυδιάστατο πολιτικό φαινόμενο, θα προσπαθήσουμε στο παρόν κείμενο να εμβαθύνουμε σε ορισμένες μόνον από τις πολλαπλές του όψεις.

Αρχικά, θα εξετάσουμε την αλλαγή συμπεριφοράς σημαντικής μερίδας του πολιτικού προσωπικού. Σε έναν δεύτερο χρόνο, θα υπογραμμισθούν οι επιπτώσεις αυτών των τεχνικών νεωτερισμών στον επαναπροσδιορισμό του δημόσιου χώρου, δηλ. στον επανακαθορισμό της δημοκρατικής σκηνής, μέσα από την οπτική της σύγχρονης μεταρρυθμιστικής Αριστεράς.

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ: ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΛΟΚΗ ΣΧΕΣΗ

Είναι διάχυτη η εντύπωση ότι οι τηλεοπτικές πολιτικές εκπομπές αποτελούν τις εμβληματικές εκδηλώσεις της θεαματικοποίησης της πολιτικής. Όμως, στην πραγματικότητα, αυτές οι εκπομπές αντιπροσωπεύουν – εκτός των προεκλογικών περιόδων – ένα μικρό ποσοστό των τηλεοπτικών προγραμμάτων.

Επιπλέον, κι αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που πρέπει να απασχολήσουν τις πολιτικές δυνάμεις της οικονομικής και κοινωνικής μεταρρύθμισης, οι πολιτικές εκπομπές έλκουν την προσοχή ενός περιορισμένου κοινωνιολογικά και πολιτικά τηλεοπτικού κοινού: Ελεύθεροι επαγγελματίες, ανώτερα στελέχη και συντηρητικοί ψηφοφόροι παρακολουθούν αυτές τις εκπομπές πολύ συχνότερα από τον κόσμο της εργασίας και της ευρύτερης Αριστεράς.

Η πολιτική – θέαμα υπάρχει, λοιπόν. Όμως, η πολιτική μετατρέπεται σε ένα θέαμα μαζικό μόνον όταν οι προεκλογικές εκστρατείες των πολιτικών κομμάτων κυριαρχούν στην επικαιρότητα (R. Cayrol: “La nouvelle communication politique”, Paris, Larousse, 1990).

Χαρακτηριστικές αυτών των νέων μηχανισμών πολιτικής επικοινωνίας, συμφυών με τη λογική της τηλεόρασης, είναι και οι τηλεοπτικές «μονομαχίες». Πρόκειται, π.χ., για τα περίφημα debates στην Αμερική ή τα αντίστοιχα d?bats στην Γαλλία. Αυτές οι τηλεοπτικές αναμετρήσεις συγκεντρώνουν πράγματι την προτίμηση ενός ευρύ τηλεοπτικού κοινού, διότι ακριβώς αποτελούν σχεδόν πάντα την κορύφωση των προεκλογικών εκστρατειών.

Στην πραγματικότητα, αυτή η μορφή ρητορικής μονομαχίας προσλαμβάνεται ως μία μονομαχία μεταξύ δύο πολιτικών ανδρών, ο νικητής της οποίας θα αναδειχθεί μέσα από την κρίση του «κοινού – επιδιαιτητή». Έτσι, η έκβαση αυτής της ιδιότυπης μονομαχίας εξαρτάται ουσιαστικά από τη συγκρουσιακή αλληλεπίδραση ανάμεσα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά δύο διαφορετικών προσωπικοτήτων.

Αυτή η εξέλιξη στη σύγρονη πολιτική επικοινωνία συμβαδίζει με την τάση για προσωποποίηση των πολιτικών διακυβευμάτων. Με άλλες λέξεις, δεν αντιπαρατίθενται επιχειρήματα, δεν διεξάγεται ένας ζωηρός διάλογος γύρω από συγκεκριμένες πολιτικές, δεν συγκρίνονται προγράμματα και ιδέες. Από αυτή την άποψη, το παιχνίδι μοιάζει συχνά χαμένο για τις δυνάμεις της σύγχρονης δημοκρατικής Αριστεράς, που μπορεί να κινείται με άνεση στο χώρο των ιδεών και που προσπαθεί να αφουγκράζεται τις πραγματικές προκλήσεις της σύγχρονης εποχής. Αντί για τον προνομιακό για εκείνην χώρο των ιδεών υποχρεώνεται συχνά να διεξάγει τον αγώνα της στον κίβδηλο κόσμο των εφήμερων εντυπώσεων.

Από τις παραπάνω επισημάνσεις συνάγεται εύκολα το συμπέρασμα ότι η τηλεόραση συνέβαλε αποφασιστικά στην προσπάθεια απομυθοποίησης στα μάτια των πολιτών της τελετουργικής άσκησης της εξουσίας μέσα στο πλαίσιο της κλασικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Μέχρι πριν από μερικά χρόνια, ο λόγος των επαγγελματιών πολιτικών παικτών ήταν δομημένος με τέτοιο τρόπο ώστε να πείθει και να κινητοποιεί.

Αντιθέτως, ο σημερινός πολιτικός λόγος οφείλει να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να κατακτήσει ένα μαζικό κοινό, ελάχιστα πολιτικοποιημένο, μέσα στον ανταγωνιστικό χώρο της αγοράς του θεάματος.

Έτσι, οι παρατηρήσεις των J –L. Missika και D. Wolton [“La Folle du logis: La t?l?vision dans les soci?t?s d?mocratiques”, Paris, Gallimard, 1993”] και πολύ παλαιότερα των E. Katz και P. Lazarsfeld [“Personal Influence: the part played by people in the flow of mass communication”, Glencoe, Free Press] φαίνεται να βρίσκουν πραγματικό αντίκρυσμα. Ο πολιτικός λόγος πέρασε αργά μα σταθερά από τη ρητορική της κινητοποίησης προς μία νέα ελκυστική αισθητική: Εγκατέλειψε τη λεγόμενη «ξύλινη γλώσσα» και τον διδακτικό λόγο, τον αρθρωμένο γύρω από τις μεγάλες ιδεολογικές αφηγήσεις, και στη θέση τους υιοθέτησε «μικρές φράσεις», έναν ρευστό πολιτικό λόγο που ενδιαφέρεται περισσότερο να κατακτήσει τη στιγμή παρά να εγγραφεί στη μνήμη, σύμφωνα με το μοντέλο του διαφημιστικού μηνύματος. Το πολιτικό ζητούμενο είναι η «εντύπωση» που απομένει στον τηλεθεατή, αυτή η «προφορική εικόνα»: Για να γίνουμε πολιτικά πειστικοί, δεν χρειάζεται πλέον να αποδείξουμε.

Συνεπώς, η νομιμοποίηση πολιτικών στελεχών μέσω των ΜΜΕ έρχεται αβίαστα, ως φυσικό επακόλουθο αυτών των εξελίξεων.

Αναλυτικότερα, οι παραδοσιακές φάσεις της μεθοδικής ανόδου προς τα ύπατα αξιώματα της πολιτικής περιελάμβαναν καταρχήν την αναγνώριση από τα μέλη και τα στελέχη ενός πολιτικού κόμματος, την εκλογή σε εθνικό επίπεδο και τέλος, την αναγνώριση από τον διευθυντικό κύκλο των επαγγελματιών της πολιτικής.

Στις μέρες μας, καταγράφεται αντιθέτως μία σημαντική οικονομία πολιτικής καριέρας: «Ανερχόμενοι αστέρες» της θεαματικής πολιτικής, οι οποίοι καλλιεργούν την προσωπική τους «αύρα» στην κοινή γνώμη μέσα από τα ΜΜΕ (ουσιαστικά, την τηλεόραση), προκειμένου να αναγνωρισθούν από το πολιτικό προσωπικό και στη συνέχεια, να αναγνωρισθούν ως πρωταγωνιστές της κεντρικής πολιτικής σκηνής.

Όμως, η χάραξη μιας πορείας που δεν θα συνυπολογίζει απλώς τον συχνά καθοριστικό ρόλο των ΜΜΕ αλλά που θα στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην «τηλεοπτική γοητεία» ενέχει σοβαρούς κινδύνους όχι μόνον για την επιτυχία αλλά ακόμη και την ίδια τη βιωσιμότητα ενός πολιτικού εγχειρήματος.

Οι συνειρμοί είναι – όπως πάντοτε, άλλωστε – αναπόφευκτοι: Οι πρόσφατες περιπέτειες του απερχόμενου Δημάρχου Αθηναίων και του προσωποπαγούς κόμματός του αποτελούν τυπικό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης…

Ο ΝΕΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Οι προαναφερθείσες επισημάνσεις μάς επέτρεψαν να καταγράψουμε τις επιπτώσεις της γενικευμένης διαδικασίας επανακρυπτογράφησης του πολιτικού μέσω των σύγχρονων μηχανισμών πολιτικής επικοινωνίας. Όμως, μία τέτοια προσπάθεια θα παρέμενε ελλιπής, αν δεν προσπαθούσαμε να εξετάσουμε τις λανθάνουσες και δυσανάγνωστες συνέπειες αυτής της επανακρυπτογράφησης στη γενικότερη διάταξη του πολιτικού πεδίου και τη συνολική επαναδιαμόρφωση του δημόσιου χώρου της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Μέσα σ’ αυτή την προοπτική, είναι χρήσιμο να αναλυθούν δύο σημαντικές όψεις του ζητήματος.

Από τη μία πλευρά, καταγράφεται μία βαθειά σύγχυση των παραδοσιακών ιδεολογικών διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα στο γενικό συμφέρον και τον δημόσιο χώρο που το εκπροσωπεί και τα ποικίλα ιδιωτικά συμφέροντα και το ιδιωτικό χώρο (οικονομία της αγοράς) που τα προασπίζεται. Αυτό φαίνεται ότι οφείλεται σε δύο ταυτόχρονα φαινόμενα: Στη διείσδυση της «διαφημιστικής» επικοινωνίας από το οικονομικό στο πολιτικό πεδίο μέσω των ειδικών και των συμβούλων marketing και στο επικοινωνιακό άνοιγμα των ιδιωτικών επιχειρήσεων προς τον δημόσιο χώρο. Πράγματι, οι μεγάλες εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις τείνουν σήμερα να περάσουν από την παραδοσιακή διαφήμιση των προ?όντων τους στη λεγόμενη «θεσμική επικοινωνία», στοχεύοντας στην προώθηση μιας «νόμιμης εικόνας» της ιδιωτικής επιχείρησης στα μάτια της κοινής γνώμης μέσα από «συνεισφορές προς όφελος του πολίτη» (κοινωνικές ή τεχνικές καινοτομίες, εκδηλώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος…). Αυτός ο επαναπροσανατολισμός της επικοινωνιακής πολιτικής των ιδιωτικών επιχειρήσεων με κατεύθυνση τον δημόσιο χώρο είναι στενά συνδεδεμένη με την πρόσφατη επανεκτίμηση των παραδοσιακών σχέσεων ανάμεσα στο Κράτος, τη σφαίρα της αγοράς και την κοινωνία. Επανεκτίμηση, η οποία είναι ο καρπός τόσο της αναγνώρισης από τον επιχειρηματικό κόσμο του ιδιαίτερου βάρους των δημοσίων πολιτικών και των ρευμάτων κοινής γνώμης στην οικονομική αγορά όσο και της σταδιακής μεταφοράς εκ μέρους των πολιτών ενός μέρους της εμπιστοσύνης τους από το παραδοσιακό κοινωνικό κράτος σε κρίση προς τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες.

Από την άλλη πλευρά, η κλασική σχέση κυβερνώντων – κυβερνωμένων ενορχηστρώνεται πλέον με τρόπο συστηματικό χάρη στη θεαματική ανάπτυξη των επικοινωνιακών πολιτικών, που συγκαταλέγονται εδώ και καιρό μεταξύ των κύριων δραστηριοτήτων της πολιτικής εξουσίας. Ευρύτερα, οι επικοινωνιακές πολιτικές αποτελούν μέρος μιας συνολικής διαδικασίας «διακυβέρνησης μέσω των συμβόλων» και σχεδιάζεται για να διαμορφωθεί η κοινή γνώμη με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλισθούν η ενότητα και η διάρκεια της εξουσίας. Έτσι, η επικοινωνία έγινε η νέα κεντρική διάσταση της κυβερνητικής δράσης. Το παράδειγμα των ΗΠΑ είναι αρκετά διαφωτιστικό: Για να μπορέσει να επιβάλλει την πολιτική του στο Κογκρέσο, ο Πρόεδρος πρέπει διαρκώς να στηρίζεται στη συγκατάνευση της κοινής γνώμης. Ετσι, χρησιμοποιεί διάφορα μέσα ελέγχου της συμβολικής συγκρότησης της πολιτικής σκηνής (κυρίως, μέσω τηλεοπτικών εμφανίσεων ή δημοσιοποίησης ευμενών δημοσκοπήσεων), γεγονός που τού επιτρέπει να καθορίζει τα πολιτικά διακυβεύματα, να διαχειρίζεται την κυβερνητική agenda, να διατηρεί υψηλή τη δημοτικότητά του.

ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Μπροστά σε αυτές τις πολυεπίπεδες επιπτώσεις των τεχνικών νεωτερισμών της νέας πολιτικής επικοινωνίας, η στάση των δυνάμεων του σύγχρονου δημοκρατικού σοσιαλισμού μοιάζει μάλλον αμήχανη.

Αντίθετα, για τους εκπροσώπους της νεοφιλελεύθερης σκέψης, όλα μοιάζουν «φυσικά», σχεδόν νομοτελειακά. Στην εποχή της κυριαρχίας του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού, η φιλελεύθερη αγορά της ελεύθερης διακίνησης εμπορευμάτων έχει ανάγκη από έναν «φαντασιακό» κόσμο που να προωθεί την ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και ιδεών και να τονίζει τη σημασία των σχέσεων, των συναλλαγών, των ανταλλαγών, με μια λέξη της επικοινωνίας: Η υπεροχή του καπιταλισμού συμβαδίζει με την ανάπτυξη της επικοινωνίας. Μάλιστα, μερικοί συντηρητικοί πολιτικοί στοχαστές δεν διστάζουν να υιοθετήσουν ακόμη κι απλο?κές αναλύσεις: «Η οπτικοακουστική επικοινωνία είναι ένας ουσιώδης παράγων εκδημοκρατισμού των σύγχρονων κοινωνιών. Αυτή η μαζική δημοκρατία συνιστά μία βαθειά ρήξη στην πολιτική ιστορία της ανθρωπότητας. Ποτέ ως σήμερα, τόσοι πολλοί πολίτες δεν συμμετείχαν στην πολιτική ζωή, δεν εκφράσθηκαν και δεν ψήφισαν κατά τρόπο τόσο ισότιμο. Ποιος εκτός των ΜΜΕ, με πρώτη την τηλεόραση, μπορεί να εγγυηθεί αυτή την αναγκαία για την άσκηση της δημοκρατίας ισότητα; Η τηλεόραση, λοιπόν, δεν είναι ένα φρένο για τη δημοκρατία, αλλά αντιθέτως μία προϋπόθεση για την εφαρμογή της» [D. Wolton στην εφημερίδα «Le Monde», 1/2/1992].

Είναι προφανές ότι τα θέματα που τίθενται για το χώρο της δημοκρατικής και μεταρρυθμιστικής Αριστεράς είναι πολλά και σύνθετα, προκειμένου η τελευταία να μπορέσει να αρθρώσει ένα δικό της συνολικό πολιτικό λόγο.

Στην παρούσα φάση, θεωρούμε ότι είναι καταρχήν αναγκαίο η σκεπτόμενη Αριστερά να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν τη συνειδητοποίηση αυτών των πολυεπίπεδων πολιτικών αλλαγών από τους ίδιους τους πολίτες, χωρίς όμως να διολισθήσει σε μία ουσιαστικά ανέξοδη και γενικόλογη καταγγελία της «κοινωνίας του θεάματος». Θεωρούμε ακόμη ότι καλό είναι να αποφευχθεί η άκρατη και άκριτη συμμετοχή στα ΜΜΕ και να υπογραμμισθεί η τάση ορισμένων μέσων ενημέρωσης να επιβάλλουν το δικό τους ρυθμό και τις δικές τους απόψεις.

Κυρίως, όμως, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι η προοδευτική επίλυση των συλλογικών προβλημάτων και η εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού συστήματος προϋποθέτουν τον διάλογο με τους διαφόρους κοινωνικούς εταίρους και τη δημόσια συζήτηση? δηλ. την ύπαρξη ικανού χρόνου, κάτι που έρχεται σε προφανή αντίθεση με την τάση ορισμένων μέσων.

Μάνος Σταυρουλάκης

Πολιτικός Επιστήμων

Μέλος της Ανανεωτικής Εκσυγχρονιστικής

Κίνησης της Αριστεράς


 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΑΥΡΙΑΝΗ 9/5/02

- Κύριε Τσίκα, πώς κρίνετε την πορεία της κυβέρνησης;

Για την 26η Επέτειο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο

ΜΗΝΥΜΑ

 της Aνανεωτικής Εκσυγxρονιστικής Κίνησης της Αριστεράς

ΓΙΑ ΤΗΝ 26η  ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ  ΕΙΣΒΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ.

Πράξεις ντροπής

Με αφορμή επιθέσεις εναντίον εβραϊκών μνημείων στην Ελλάδα, η Ανανεωτική Εκσυγχρονιστική Κίνηση της Αριστεράς τονίζει:

Η βεβήλωση του μνημείου του Ολοκαυτώματος των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη και οι καταστροφές στο εβραϊκό νεκροταφείο στα Γιάννενα αποτελούν πράξεις ντροπής, προσβάλλουν τη χώρα και το λαό μας και είναι απολύτως καταδικαστέες.

ΗΠΑ-ΕΕ, Ισότιμοι Εταίροι

Του Θόδωρου Τσίκα, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 30-6-03

Στην συνάντηση κορυφής ΕΕ-ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον πραγματοποιήθηκε το πρώτο βήμα εξομάλυνσης των ευρω-αμερικανικών σχέσεων. Είναι αυτό αρνητική εξέλιξη; Aντιθέτως. Αν στόχος μας είναι μία δημοκρατική «παγκόσμια διακυβέρνηση», αυτό θα επιτευχθεί μόνο μέσα από ένα πλαίσιο ισότιμης συνεργασίας ΕΕ-ΗΠΑ τόσο διμερώς όσο και εντός των διεθνών οργανισμών.