Drupal
Άρθρα

Τρεις φορές Έλληνας ή η απώθηση του εμφυλιακού τραύματος

Το κίνημα της Αλλαγής ήταν συνεχιστής των αγώνων της Εθνικής Αντίστασης, αλλά όχι των ευθυνών του Εμφυλίου

 

Όπως και στις προηγούμενες διεθνείς κρίσεις του μεταδιπολικού κόσμου, η Ελλάδα και οι Έλληνες περνάμε μια δοκιμασία που μοιάζει να υπερβαίνει την πολιτική και να ακουμπά τον ψυχισμό μας. Οι σχολιαστές αναφέρονται στη «σχιζοφρενή» στάση της ελληνικής κοινωνίας, την αδυναμία της να βρει την ισορροπία μεταξύ της ανάγκης αντιμετώπισης της τρομοκρατίας και του αντιαμερικανισμού, μεταξύ της ολοσχερούς προσχώρησης στον δυτικό τρόπο ζωής και της συνεχούς «δυσθυμίας προς τη Δύση», μεταξύ της πλήρους συμμετοχής μας σε όλους τους δυτικούς συμμαχικούς οργανισμούς και του επαναλαμβανόμενου ρεφρέν της «εθνικής μας μοναξιάς». Οι εκτιμήσεις και οι τοποθετήσεις στα πολιτικά διλήμματα δεν αρκούνται στην πολιτική - ηθική αιτιολόγηση, αλλά εγκαλούν και αναζητούν βαθύτερα στρώματα της εθνικής μας διαδρομής. Και έχουν δίκαιο. Συχνά όμως περιορίζονται στις ευθύνες των ΗΠΑ για τη δικτατορία και την Κύπρο, ή απογειώνονται με την επανάληψη του γενικού ερωτήματος «είμαστε Δύση ή Ανατολή;». Έτσι, συσκοτίζεται η πιο προφανής αλλά ακόμα ιδιαίτερα φορτισμένη αιτία που εξηγεί την «ελληνική δυσθυμία». Στα τραύματα, αλλά κυρίως στις παρασιωπήσεις και τις απωθήσεις που έχουν μείνει από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Στην τραγικότητα της ιστορίας μας μετά το 1940, στη σχεδόν αρχαιοπρεπή τραγικότητα, κατά την οποία η Ιστορία σαν Ειμαρμένη εκδιπλώνεται διά μέσου αλλά και πάνω από τους ανθρώπους. Στον πυρήνα της τραγικότητας βρίσκεται η απλή, αλλά ταυτόχρονα συγκλονιστική παραδοχή ότι η Ελλάδα «σώθηκε» παρά τη θέλησή της. Σώθηκε γιατί η συμφωνία των μεγάλων στη Γιάλτα την ενέταξε στη μεριά των νικητών του Ψυχρού Πολέμου, «σώθηκε» με εισαγωγικά γιατί αυτό κόστισε ποτάμι αίματος και τον διωγμό ενός μεγαλειώδους κινήματος, παρά τη θέλησή της γιατί η «ψυχή» της χώρας βρισκόταν αλλού. Όχι βεβαίως σε αυτό που έγινε ύστερα «υπαρκτός σοσιαλισμός», αλλά σε εκείνη την εθνική αναγέννηση που διαμορφώθηκε στη διάρκεια της Κατοχής ως αντιφασιστική ΕΑΜική λαϊκή κουλτούρα.

Πολλοί σχολιαστές καταλογίζουν στην κομμουνιστογενή Αριστερά την κύρια ευθύνη για τη μεταδιπολική εθνική «δυσθυμία προς τη Δύση», χρεώνοντάς της μια «μνησικακία» προς τους νικητές του Ψυχρού Πολέμου ­ τις ΗΠΑ και τη Δύση. Πιστεύω ότι είναι λάθος, γιατί αν το βαθύτερο πρόβλημα που συναντά η Ελλάδα στην κατανόηση και την εξοικείωση με τις νέες συνθήκες του μεταδιπολικού κόσμου βρίσκονται όντως στην ιδιαίτερη και τραγική εμπειρία στη διάρκεια του διπολισμού, τότε και οι τρεις μεγάλες πολιτικές παρατάξεις της μεταπολεμικής Ελλάδας έχουν κενά ιστορικής αυτογνωσίας, πολιτικές παρασιωπήσεις και ψυχολογικές απωθήσεις.

Η Δεξιά υπήρξε νικήτρια του Εμφυλίου στο στρατιωτικο-πολιτικό επίπεδο, αλλά δεν μπόρεσε να κατακτήσει την ιδεολογική - ηθική ηγεμονία, ούτε να κερδίσει την «ψυχή» της χώρας. Ο λόγος είναι απλός. Απουσίασε από την Εθνική Αντίσταση, από τη στιγμή της Παλιγγενεσίας όπου μια πολιτική δύναμη δένεται ακατάλυτα με τη μοίρα ενός λαού, γιατί βρίσκεται μαζί του τη στιγμή του μεγάλου φόβου και της μεγάλης ανάτασης. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν πρωτίστως νίκη του αντιφασισμού επί του φασισμού, στη μεταπολεμική όμως Ελλάδα επικράτησε η Δεξιά ως δύναμη αντικομμουνιστική χωρίς αντιφασιστικά πιστοποιητικά ­ το «ξέπλυμα» των δωσιλόγων μέσω της χρησιμοποίησής τους κατά των αριστερών έχει συμβολική (πέραν των άλλων) σημασία. Στη μεταπολεμική Ευρώπη και στην Αμερική η κουλτούρα του αντιφασισμού παρέμεινε ως ζώσα δύναμη και μεταξύ των συντηρητικών δυνάμεων ακόμα και στις πιο σκοτεινές περιόδους του Ψυχρού Πολέμου. Η Δεξιά στη μετεμφυλιακή Ελλάδα δεν μπορούσε να στηρίξει την εξουσία της με μια αντίστοιχη κουλτούρα. Γι' αυτήν η Δύση ήταν πρωτίστως αντικομμουνισμός και όχι «ελεύθερος κόσμος». Δεν μπορούσε έτσι να επεκτείνει τη συναίνεση πέρα από τα ιστορικά της όρια και να απομονώσει σταθερά την κομμουνιστική Αριστερά από τον ενδιάμεσο χώρο. Το κενό αυτό της ιδεολογικής - ηθικής ηγεμονίας επεδίωξε να το υποκαταστήσει και να το καλύψει με το αναπτυξιακό πρόταγμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Μεταξύ αλήθειας και παραδοξολογίας, μπορούμε να πούμε ότι ο Κ. Καραμανλής υπήρξε όχι μόνον ο ηγέτης, αλλά και ο βασικός «οργανικός διανοούμενος» της μεταπολεμικής Δεξιάς. Σε δύο ιστορικές περιόδους εξέφρασε τις δυνατότητες και τα όρια της παράταξής του, πρώτα με την εκβιομηχάνιση στα μέσα της δεκαετίας του '50 και έπειτα με τη μεταπολίτευση και την ευρωπαϊκή επιλογή. Ιστορικά αναμφισβήτητα επιτεύγματα, τα οποία όμως δεν αρκούσαν να καλύψουν το κενό ηγεμονίας και το αφετηριακό πρόβλημα της μετεμφυλιακής Δεξιάς. Δεν είναι τυχαίο ότι η Δεξιά δεν μπόρεσε να «αντέξει» φωνές σημαντικών πνευματικών ανθρώπων που θα της προσέδιδαν κύρος. Είναι όλα αυτά μακρινό παρελθόν για τη σημερινή Δεξιά; Πολύ αμφιβάλλω. Όταν η Ν.Δ. ψάχνει γιατί έχει μείνει επί δύο δεκαετίες στην αντιπολίτευση ή γιατί ένα σημαντικό τμήμα της υιοθετεί σήμερα έναν συντηρητικό αντιδυτικισμό, καλά θα έκανε να έψαχνε τη σχέση της με τη μεταπολεμική ιστορία, πράγμα που δεν μπόρεσε να κάνει αμέσως μετά το '74 και ακόμα το πληρώνει.

Η ελληνική κομμουνιστική Αριστερά αποτελεί τον κατ' εξοχήν τραγικό πρωταγωνιστή της σύγχρονης Ιστορίας μας. Η πορεία της ήταν ακριβώς αντίθετη από της Δεξιάς. Εμψυχωτής της Εθνικής Αντίστασης και οργανωτής του ΕΑΜ, το ΚΚΕ δέθηκε επί Κατοχής με τον αντιφασισμό και μέσω αυτού ξέφυγε από τον στενό κύκλο των «επαγγελματιών επαναστατών» και έγινε μια γνήσια λαϊκή δύναμη. Πολλά στοιχεία της κοσμοθεωρίας του ζυμώθηκαν και έδωσαν νοηματική συνοχή στο αμάλγαμα της ΕΑΜικής λαϊκής κουλτούρας που τότε πλάστηκε. Το ΕΑΜ δεν ταυτιζόταν ασφαλώς με το ΚΚΕ, όμως ΕΑΜ χωρίς το ΚΚΕ είναι σαν σκορδαλιά χωρίς σκόρδο. Μέσα από γνωστά και πολυσυζητημένα πολιτικά λάθη το ΚΚΕ οδηγήθηκε στη ρήξη και τον Εμφύλιο, όπου και ηττήθηκε. Χάρη στην ήττα του η Ελλάδα θα βρεθεί αργότερα στην πλευρά των νικητών του Ψυχρού Πολέμου, θα «σωθεί» σκοτώνοντας, βασανίζοντας και κυνηγώντας εκείνους που είχαν σώσει την αντιφασιστική τιμή της στην Κατοχή. Γι' αυτόν όμως τον λόγο ο ηττημένος παρά την τερατώδη καταπίεση που δέχεται όχι μόνο θα επιβιώσει, αλλά θα διατηρήσει μεγάλο μέρος της αίγλης του καθώς περιβαλλόταν από τη διάχυτη ΕΑΜική λαϊκή κουλτούρα, η οποία είχε διαποτίσει τον ψυχισμό της μεταπολεμικής Ελλάδας. Λίγο καιρό μετά τη μεταπολίτευση θα γίνει κυρίαρχη κουλτούρα με τη μορφή του αντιαμερικανισμού - αντι-ιμπεριαλισμού που εκφράζεται κυρίως στον χώρο του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ. Ταυτόχρονα τα λαϊκίστικα στοιχεία που, έτσι κι αλλιώς, ενυπήρχαν σε αυτήν ­ όπως σε κάθε λαϊκή κουλτούρα ­ θα γίνονται όλο και πιο φανερά, ασφαλές σημάδι ότι έχανε την αυθεντικότητα και την πολιτική δημιουργικότητά της. Με την κατάρρευση του κομμουνιστικού στρατοπέδου το 1989, η απώλεια γίνεται ολοσχερής. Μπροστά σε μια ιστορική διάψευση τέτοιου μεγέθους ο επαναπροσανατολισμός της κομμουνιστογενούς Αριστεράς έχει γίνει εξαιρετικά δυσχερής, καθώς έχει ως ρητή ή άρρητη αφετηρία μια τραγική παραδοχή. Όποιος έχει δει ΕΛΑΣίτη καπετάνιο, άκαμπτο Μακρονησιώτη με δεκαετίες φυλακή στην πλάτη να λέει σε κομματική συνάντηση «σύντροφοι και συντρόφισσες αν είχαμε νικήσει θα ήμασταν τώρα σαν την Αλβανία και τη Βουλγαρία» και παρά τούτο να μην απαρνείται ούτε μία ώρα από τη ζωή που έζησε, καταλαβαίνει αμέσως τι εννοώ. Αυτή η παραδοχή μπορεί ασφαλώς να εμπνεύσει μια τραγωδία του διαμετρήματος του αισχύλειου «Προμηθέα», αλλά κάνει φοβερά δύσκολη την επανεκκίνηση ενός πολιτικού κινήματος.

Η στάση του «μεσαίου χώρου» ως προς την πολεμική δεκαετία του '40 υπήρξε αρχικά άβολη, καθώς εξέφραζε μάζες που βρέθηκαν και στις δύο πλευρές της σύγκρουσης, στη συνέχεια όμως εξελίχθηκε σε μεγάλο ατού. Ουσιαστικά αποκρυσταλλώθηκε κατά τη μεταπολίτευση από το ΠΑΣΟΚ, όταν αυτό μετά το 1977 έγινε πλειοψηφικό ρεύμα. Στηρίχθηκε σε μια επιλεκτική ιστορικοπολιτική μνήμη, η οποία είχε ως ελάχιστο κοινό παρονομαστή τον αντιδεξισμό και τον αντιαμερικανισμό που είχε πλέον γενικευτεί εξαιτίας της δικτατορίας και της Κύπρου. Έτσι, στον κοινωνικοπολιτικό πολυσυλλεκτισμό του «φορέα της αλλαγής» αντιστοιχούσε ένας ιστορικός πολυσυλλεκτισμός, ο οποίος απομόνωνε τις θετικές στιγμές και απωθούσε τις αρνητικές, «εξομάλυνε» την τραγικότητα της Ιστορίας μέσω της απώθησης και της περιορισμένης ενασχόλησης. Το κίνημα της Αλλαγής ήταν συνεχιστής των αγώνων της Εθνικής Αντίστασης, αλλά όχι των ευθυνών του Εμφυλίου, του ΕΑΜ, αλλά χωρίς το ΚΚΕ. Η εύκολη και επιλεκτική μνήμη που καθιέρωνε το ΠΑΣΟΚ εξέφραζε την ανάγκη μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας να βρει παρηγοριά, να «τακτοποιήσει» τον ψυχικό του κόσμο ύστερα από μια δύσκολη περίοδο, να διεκδικήσει αυτό που επί χρόνια τού είχαν αρνηθεί, να αναρριχηθεί και να κατακτήσει τον ζωτικό χώρο που αντιστοιχούσε στον κοινωνικό του δυναμισμό.

Η απώθηση όμως είναι ένας μηχανισμός παράκαμψης της γνώσης και της αυτοκατανόησης. Έτσι σε στιγμές κρίσης επανέρχονται διχασμοί, αντικρουόμενες θελήσεις, δυσκολίες προσανατολισμού και προσαρμογής. Τέτοιες δυσκολίες αντιμετωπίζει η Ελλάδα στις αρχές του μεταδιπολικού κόσμου έχοντας ζήσει μια τραγωδία στην περίοδο του διπολικού κόσμου. Μιας χώρας που βρέθηκε στο στρατόπεδο των νικητών του Ψυχρού Πολέμου μέσω της καταστροφής και της ταπείνωσης ενός από τα μαζικότερα αντιστασιακά κινήματα του αντιφασιστικού πολέμου. Μια αλήθεια σχεδόν προφανής που ακόμα όμως δυσκολευόμαστε να μετρήσουμε τις επιπτώσεις της.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι πολιτικός επιστήμονας, ερευνητής στο Ινστιτούτο Πολιτικής Κοινωνιολογίας του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών

 

Ένα ειδικό πρόγραμμα για θέματα αναβάθμισης του αστικού χώρου από τους ΟΤΑ και τον Οργανισμό Θεσσαλονίκης»

Ο σχεδιασμός και ο προγραμματισμός της πολεοδομικής και αστικής ανάπτυξης διαπερνά τις δράσεις του Οργανισμού Θεσσαλονίκης αλλά και όλων των Δήμων του πολεοδομικού συγκροτήματος.

Η επώδυνη ενηλικίωση

Η εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη, οριστική νίκη της Δημοκρατίας

Οι ιστορικές ημέρες που ζούμε μπορούν να χαρακτηρισθούν ως το συμβολικό τέλος της μεταπολίτευσης, αφού η συγκεκριμένη τρομοκρατία είναι απομεινάρι εκείνης της περιόδου. Όμως, το οριστικό τέλος, που πιθανό να μην αργεί, θα επέλθει όταν λυθεί και το Κυπριακό, άλλο ένα «υπόλειμμα» εκείνης της φάσης.

ο ΠΑΣΟΚ ενώπιον ενωπίω και χωρίς το «άλλοθι Σημίτης»

Με τη «στροφή στο παρελθόν» το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να προσφέρει παραμυθία στους αδύναμους, ενώ ταυτόχρονα αμφισβητεί στον εαυτό του την ικανότητα να εκφράσει τη δυναμική του κόσμου των επιχειρήσεων

1. Διαφοροποιείται η πρόταση νόμου Γιαννίτση με εκείνη της Ν. Δημοκρατίας?

Οι προτάσεις Γιαννίτση ενσωματώνουν βασικά στοιχεία των νόμων της ΝΔ  όπως οι μειώσεις συντάξεων, οι αυξήσεις ορίων ηλικίας και η τριμερής χρηματοδότηση για τις προσλήψεις μετά το 92, ενώ δεν περιλαμβάνουν αυξήσεις στις εισφορές. Ουσιαστική διαφοροποίηση είναι ότι τώρα επιχειρείται κάποιος  εξορθολογισμός -ελλιπέστατος και ανεπαρκής- του χαώδους ασφαλιστικού συστήματος: