Drupal
Άρθρα

Μας ενδιαφέρει;

Μας ενδιαφέρει η κυβέρνηση ενός μεταρρυθμιστικού κόμματος να σχεδιάζει και να κάνει μεταρρυθμίσεις

Η επιλογή του Κ. Σημίτη να επισπεύσει το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ μπορεί να θεωρηθεί ήδη δικαιωμένη. Περιόρισε χρονικά την περίοδο αστάθειας που έτσι κι αλλιώς θα επέφερε η παρατεταμένη εσωκομματική «προεκλογική καμπάνια» και προκάλεσε ένα χρήσιμο σοκ στον κομματικό μηχανισμό εντάσσοντας τις χαώδεις μικροσυγκρούσεις και τις ανέξοδες «αποστασιοποιήσεις» των «βαρόνων» στην οργανωμένη συνεδριακή διαδικασία. Οι ειλικρινείς φόβοι ότι οι κομματικές διαδικασίες θα παγώσουν το κυβερνητικό έργο (πολύ διακριτικό άλλωστε) διαψεύστηκαν και μαζί οι σχετικές υπερβολικές καταγγελίες της αντιπολίτευσης. Αντίθετα, η προοπτική του Συνεδρίου φαίνεται ότι λειτούργησε σαν ξυπνητήρι ή σαν κώδωνας κινδύνου για τους υπουργούς και τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Τέτοια πιλάλα κατακαλόκαιρο θα έχουν να τη θυμούνται.

Παρ' ότι το ΠΑΣΟΚ έχει μια έφεση στους αιφνιδιασμούς, στο απροσδόκητο και στις περιοδικές εντάσεις, είναι δύσκολο το Συνέδριό του να προκαλέσει τελικά αναταράξεις. Έτσι τουλάχιστον λέει η πείρα των κυβερνώντων κομμάτων. Ειδικά στο ΠΑΣΟΚ όπου δεν υπάρχει οργανωμένος προσυνεδριακός διάλογος και που οι πολιτικές επιλογές των στελεχών συχνά συναρτώνται με τις προσωπικές στοχεύσεις, το πιθανότερο είναι να παρακολουθήσουμε μια καντρίλια δηλώσεων, αντιπαραθέσεων, διακηρύξεων και εσωκομματικών ελιγμών το αποτέλεσμα των οποίων θα κριθεί στο τέλος του Συνεδρίου στη βάση των «σκληρών γεγονότων» - των συσχετισμών και του «κλίματος» που θα έχει κυριαρχήσει. Ο Σημίτης και το εκσυγχρονιστικό μπλοκ κρατάνε ασφαλώς τα περισσότερα χαρτιά στα χέρια τους. Πρώτον, για λόγους θεσμικούς και κομματικούς: το Συνέδριο δεν μπορεί να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό της χώρας, μπορεί μόνο να «τραυματίσει» τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, αλλά έτσι αυτοτραυματίζεται το ίδιο το κόμμα. Δεύτερον, για λόγους ουσιαστικούς, πολιτικούς. Η εσωκομματική αντιπολίτευση δεν έχει πείσει την κοινή γνώμη ότι αποτελεί φορέα μιας «εναλλακτικής πολιτικής» έναντι εκείνης του Σημίτη. Μπορεί να υπάρχουν ενστάσεις, διαφορετικές νοοτροπίες και ευαισθησίες, ποικίλες αφετηρίες, αλλά στο πολιτικό - προγραμματικό «διά ταύτα» καταλήγουν σε «παραλλαγές στο ίδιο θέμα». ’λλωστε, ανάλογη εικόνα παρουσιάζει η εσωτερική διαλεκτική των περισσότερων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων. Ειδικά στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ, η εσωκομματική αντιπολίτευση έχει χρεωθεί την εικόνα της οπισθοδρόμησης έτσι ώστε η φιλοδοξία της να αποτελέσει αριστερή κριτική στο εκσυγχρονιστικό μπλοκ, προσλαμβάνεται ως επιστροφή στο παρελθόν παρά ως υπόσχεση για το μέλλον.

Τούτων δοθέντων, οι πρωτοβουλίες, αλλά κυρίως τα διλήμματα και τα προβλήματα θα βρεθούν στα χέρια του Σημίτη, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το Συνέδριο. Πρόβλημά του; Βεβαίως, όχι! Μας αφορά πριν απ' όλα η δυνατότητα της κυβέρνησης να κυβερνά. Ακούγεται περίεργο για κόμμα που πριν από δεκατέσσερις μόλις μήνες κέρδισε τις εκλογές και όμως αυτήν επικαλέστηκε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός για να επισπεύσει το Συνέδριο. Και κατά 50% είχε δίκιο. Οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις, οι προσωπικές στρατηγικές, οι κομματικές επετηρίδες και ιεραρχίες έχουν καταλύσει τη στοιχειώδη συλλογικότητα του κυβερνητικού σχήματος και έχουν οδηγήσει de facto τον Πρωθυπουργό σε ομηρεία. Αυτό είναι ίσως το μόνο πρόβλημα η λύση του οποίου εξαρτάται πρωτίστως από το Συνέδριο. Θα μπορέσει το Συνέδριο να δημιουργήσει το αναγκαίο ελάχιστο κομματικής συλλογικότητας και κυβερνητικής αλληλεγγύης; Θα μπορέσει να αναδείξει κυβερνητικά και κομματικά επιτελεία με στοιχειώδη συνοχή και συναντίληψη; Θα μπορέσει να διοχετεύσει την (τουλάχιστον σήμερα) αναπόφευκτη προσωποποίηση της πολιτικής σε συλλογική πορεία; Θα αποκαταστήσει το «πρωθυπουργικό δικαίωμα» στον ανασχηματισμό; Αυτά θα είναι τα αρχικά και απτότερα κριτήρια αξιολόγησης του Συνεδρίου. Αν σε αυτά αποτύχει και επομένως συνεχιστεί η κυβερνητική χασμωδία των τελευταίων μηνών, τότε σύντομα το ΠΑΣΟΚ θα έχει χειρότερη τύχη από την ιταλική κεντροαριστερά, η οποία πλήρωσε πρόσφατα το κόστος των εσωτερικών της συγκρούσεων.

Μας ενδιαφέρει επίσης η κυβέρνηση ενός μεταρρυθμιστικού κόμματος να σχεδιάζει και να κάνει μεταρρυθμίσεις. Τούτο το αυτονόητο, μόνο έμμεσα συζητείται με αφετηρία τη φθορά που διαπιστώνεται στην παραδοσιακή κοινωνική και εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ. Η κάμψη στις δημοσκοπήσεις είναι όμως το επιφαινόμενο ενός βαθύτερου προβλήματος πολιτικής αντιπροσώπευσης. Πρόκειται για κοινό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν όλα τα μαζικά ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα ή, για να γενικεύσουμε ακόμα περισσότερο, όλα τα αριστερά κόμματα που αντιπροσώπευσαν πολιτικά την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα της βιομηχανικής κοινωνίας. Το πρόβλημα πηγάζει από τις αντιθέσεις και τα πραγματικά διλήμματα που δημιουργούν (σε εθνικό ιδίως επίπεδο) οι επιταγές της ανταγωνιστικότητας και του εκσυγχρονισμού από τη μια και οι ανάγκες της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής από την άλλη. Ξέρουμε ότι οι απαντήσεις που έχουν δοθεί ως τώρα μπορεί να είναι κατά χώρα περισσότερο ή λιγότερο αποδοτικές, σε καμία όμως περίπτωση δεν έχουν λύσει το πρόβλημα. Εξάλλου, οι «καθαρολόγες» αριστερές κριτικές που ισοπεδώνουν όλες τις προσπάθειες με τη ρετσινιά του «νεοφιλελευθερισμού» παρακάμπτουν τις πραγματικές δυσκολίες και γι' αυτό άλλωστε δεν αποδίδουν συνήθως εκλογικά. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι ασφαλώς το ΠΑΣΟΚ και το Συνέδριό του που θα λύσουν τον σύγχρονο γρίφο της Αριστεράς. Θα αρκούσε να τον ορίσουν στις ελληνικές συνθήκες και να εξαντλήσουν αρχικά τις δυνατότητες που δίνει η παραδοσιακή μεταρρυθμιστική «φιλοσοφία» της σοσιαλδημοκρατίας. Π.χ. στο ζήτημα των κοινωνικών υπηρεσιών, το οποίο ξέρουμε ότι αποτέλεσε την αχίλλειο πτέρνα του μεταπολεμικού τύπου ανάπτυξης περιλαμβανομένης της εικοσαετίας ΠΑΣΟΚ. Όταν μιλούν για την «ανάγκη επανασύνδεσης με την κοινωνική βάση», οι ηγέτες του ΠΑΣΟΚ εντοπίζουν το πρόβλημα αποκλειστικά σχεδόν στα αδύναμα στρώματα και επικαλούνται διορθωτικές κινήσεις ή ακόμα «πόλεμο κατά της φτώχειας». Στόχος σωστός και πρόθεση άγια που δεν σηκώνει δεύτερη κουβέντα, ούτε αντιμετωπίζεται μόνο με επιδόματα. Μήπως όμως εμφανίζεται όλο και οξύτερα ένα επίσης κρίσιμο πρόβλημα μεσαίων στρωμάτων; Αν τα αδύναμα στρώματα βρίσκονται πιασμένα στην παγίδα της μιζέριας,μήπως τα μεσαία στρώματα εγκλωβίζονται όλο και περισσότερο στην παγίδα του υψηλού κόστους που χρειάζεται να καταβάλουν για την αναπαραγωγή του κοινωνικού τους status και τη μεταβίβασή του στα παιδιά τους; Αν τα φτωχά στρώματα βιώνουν τη σκληρότητα του αποκλεισμού τους από τον παραγόμενο πλούτο και τον ιδιωτικό καταναλωτισμό, τα μεσαία στρώματα πληρώνουν τη συμμετοχή τους σε αυτόν όλο ακριβότερα σε χρήμα, σε υπερεργασία, σε αγώνα εξασφάλισης συμπληρωματικών εισοδημάτων με ευθείς ή πλάγιους τρόπους, σε ψυχική ένταση και σε κοινωνική απομόνωση. Ασφαλώς, πρόκειται για φαινόμενο με πολλές διαστάσεις, μία από τις οποίες όμως είναι ο επιταχυνόμενος μαρασμός των δημόσιων υπηρεσιών και η αυξανόμενη φυγή των μεσαίων στρωμάτων από αυτές. Ας σκεφτούμε μόνο πόσο κοστίζει σήμερα η εκπαίδευση δύο παιδιών σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες μιας μεσαίας οικογένειας ή πόσο κοστίζει η περίθαλψη και η ασφάλιση της ίδιας οικογένειας ή η φροντίδα των ηλικιωμένων μελών της. Ας αναλογιστούμε τι κόστος μετακυλύει στην οικογένεια και στους πολίτες ένα ξεπερασμένο και εξετασιομανές εκπαιδευτικό σύστημα ή ένα ανορθολογικό και άδικο ασφαλιστικό σύστημα ή ένα πολυδαίδαλο και διάτρητο καθεστώς πρόνοιας. Τα παραδείγματα υποδεικνύουν ένα τυπικά σοσιαλδημοκρατικό μεταρρυθμιστικό στόχο, την αναβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών, που μπορεί να στηριχτεί σε μια επίσης τυπικά σοσιαλδημοκρατική κοινωνική συμμαχία μεταξύ χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων, προκειμένου να πετύχει μια τυπικά σοσιαλδημοκρατική σύνθεση ανταγωνιστικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Επειδή εξάλλου η Ελλάδα δεν είναι Σουηδία ή Δανία και βρίθει ανορθολογικών και ταυτόχρονα άδικων καταστάσεων, θα βρίσκαμε υποθέτω άλλα τόσα παραδείγματα όπου η ανάγκη εκσυγχρονισμού μπορεί να συμβαδίσει με την κοινωνική δικαιοσύνη αν σπάσουν πολιτικές αδράνειες, αν αναδιαταχθούν κοινωνικές συμμαχίες, αν χτυπηθούν κυκλώματα μικροεξουσιών που φωλιάζουν στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ: από το σύστημα κατάρτισης και τη διευκόλυνση της εισόδου των νέων στην αγορά εργασίας ως την περιβαλλοντικά παράλογη αγροτική παραγωγή του Θεσσαλικού Κάμπου, από την κρατική περιφρόνηση της (κοινωνικής ιδίως) έρευνας ως τον αντιπαραγωγικό και αδιαφανή χαρακτήρα του φορολογικού συστήματος. Τέτοιου είδους είναι η δουλειά που ένα μεταρρυθμιστικό κόμμα θα έπρεπε να σχεδιάσει στο Συνέδριό του και να επιδιώξει ως κυβέρνηση. Συσσωρεύοντας πολιτική βούληση γιατί αυτές είναι μεταρρυθμίσεις με μακρύ ορίζοντα και επιλέγοντας νέα μέσα. Γιατί η αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών π.χ. δεν μπορεί προφανώς να γίνει με τις δομές, τον τρόπο χρηματοδότησης και τα κατεστημένα συμφέροντα της δεκαετίας του '80. Μπορεί να γίνει μόνο με την επίτευξη ανταγωνιστικών υπηρεσιών έναντι των ιδιωτικών φορέων και με τη σαφή πρόταξη των απαιτήσεων των χρηστών. Γεγονός που σημαίνει πλούσια χρηματοδότηση αλλά και ριζική μεταρρύθμιση των κριτηρίων αποδοτικότητας, των εργασιακών σχέσεων, των συνθηκών διαφάνειας και ευελιξίας.

Αυτή η θεματολογία παραπέμπει αβίαστα στους προβληματισμούς που τίθενται με μεγάλη πλέον επιτακτικότητα στην Ευρώπη, για τη στρατηγική, την πολιτική και την οργάνωση της σύγχρονης Αριστεράς στις σημερινές συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Ζήτημα που ανταποκρίνεται στις ανησυχίες και τις αναζητήσεις μεγάλου μέρους του κόσμου και των στελεχών του ΠΑΣΟΚ αλλά που υπερβαίνει τις δυνατότητές του ως οργανωμένου φορέα. Το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ μπορεί ωστόσο να συμβάλλει έμμεσα: αναζωογονώντας τις πρωτοβουλίες για την ανασύνθεση του ευρύτερου προοδευτικού αριστερού χώρου, καθιερώνοντας σταθερά κανάλια διαλόγου και επικοινωνίας με τις άλλες δυνάμεις της Αριστεράς. Αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος για να παρακολουθήσουμε την πορεία του Συνεδρίου.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι πολιτικός επιστήμονας, ερευνητής στο Ινστιτούτο Πολιτικής Κοινωνιολογίας του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών

Κυπριακό: Κληροδοτημένες δυσκολίες και νέες προοπτικές

TΑ ΝΕΑ , 02/08/2000

Παρακολουθώντας στα δελτία ειδήσεων το δημοκρατικό ξέσπασμα των Τουρκοκυπρίων και την προσπάθεια του Ντενκτάς να το αποδώσει σε πράκτορες των Ελληνοκυπρίων, μου ήρθε αυτόματα στο νου μια πραγματική ιστορία, που τη διηγείται μετριοπαθής Ελληνοκύπριος πολιτικός.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΙΟΥΛΙΟΣ 2000

Η επιλογή μας

Η Ελλάδα έχει μπει σ' ένα νέο ιστορικό κύκλο.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΤ. ΜΑΝΟΥ

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με ενδεχόμενη υποψηφιότητα του κ. Στεφ. Μάνου για το δήμο Αθηναίων στο ραδιοσταθμό ΕΡΑ/ΝΕΤ 105,8 (Γιάννης Παντελάκης), ο Νίκος Μπίστης, επικεφαλής της Ανανεωτικής Εκσυγχρονιστικής Κίνησης της Αριστεράς, τόνισε:

Συνάντηση ΑΕΚΑ με Ουράνιο Τόξο και Τουρκική Μειονοτική Κίνηση

ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ – ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ

ΚΟΙΝΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ